19 Ιουν 2017

ΤΡΙΑ ΜΑΥΡΑ ΝΟΥΦΑΡΑ

ΤΡΙΑ ΜΑΥΡΑ ΝΟΥΦΑΡΑ
ΜΙΣΕΛ ΜΠΙΣΙ
Μετάφραση ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΟΥΛΑ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 485, Νοέμβριος 2016

     Τον συγγραφέα του βιβλίου «Τρία Μαύρα Νούφαρα», τον γνωρίσαμε από το έργο του «Το Κορίτσι Της Πτήσης 5403», που άρεσε στους έλληνες αναγνώστες. Πιστεύω ότι το ίδιο θα συμβεί και με αυτό το βιβλίο.
     Το Ζηβερνί, είναι ένα μικρό χωριό της Νορμανδίας, περίπου 70 χλμ από το Παρίσι. Το εντόπισε από το παράθυρο του τρένου ο κορυφαίος ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Κλωντ Μονέ, σε ένα από τα ταξίδια του. Τον εντυπωσίασε η ηρεμία που απέπνεε, το εξαιρετικό τοπίο και τα παιχνιδίσματα του φωτός! Το 1879, η σύζυγος του Μονέ, Καμίλ πέθανε. Λίγα χρόνια αργότερα ο ζωγράφος με τα δύο του παιδιά και τη γυναίκα που θα γινόταν στο μέλλον η δεύτερη σύζυγός του, εγκαταστάθηκαν στο χωριό. Ο ζωγράφος έδωσε εντολή να χτιστεί εκεί το σπίτι του (το περίφημο ροζ σπίτι) και να δημιουργηθεί ένας κήπος, για τη διαμόρφωση του οποίου εργάστηκαν αρκετοί κηπουροί υπό τη στενή επίβλεψη του. Ένας κήπος ο οποίος αποτελεί από μόνος του ένα έργο τέχνης. Στον κήπο δεσπόζει η λίμνη με τα νούφαρα, τα οποία αποτέλεσαν το θέμα μιας σειράς από περίπου 250 πίνακες διαφόρων μεγεθών. Τον γάλλο ζωγράφο, ακολούθησαν και άλλοι ομότεχνοί του, κυρίως αμερικανοί, καθιερώνοντας το μικρό νορμανδικό χωριό, σαν το κέντρο του ιμπρεσιονισμού. Ο Μονέ έζησε σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το σπίτι και σ’ αυτό τον κήπο τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Πέθανε το 1926.
    Μετά το θάνατο του Μονέ, το Ζηβερνί «ξεχάστηκε». Όμως με την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για το έργο του ζωγράφου, κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, έγινε δημοφιλής προορισμός των φιλότεχνων απανταχού της γης, με αποτέλεσμα στις μέρες μας, να δέχεται πλήθος τουριστών κάθε χρόνο.
     Στο Ζηβερνί και τις δραστηριότητες που αναπτύσσονται γύρω από την πνευματική κληρονομιά του Μονέ, αναφέρεται το βιβλίο «Τρία Μαύρα Νούφαρα». Ο συγγραφέας βρίσκει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία, να γράψει ένα εξαιρετικό «αστυνομικό» μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται γύρω από το «ροζ σπίτι» του ζωγράφου και που ξεκινά με την εύρεση του πτώματος ενός επιφανούς κατοίκου του χωριού, σ’ ένα ρέμα. «Μόνο που το κόκκινο αυτό δεν προέρχεται από μια παλέτα που κάποιος ζωγράφος ξέπλυνε στο ποτάμι, αλλά από το τσακισμένο κρανίο του Ζερόμ Μορβάλ. Βίαια τσακισμένο, μάλιστα. Το αίμα κυλάει από μια βαθιά εγκοπή στο πάνω μέρος του κρανίου του, ευκρινή, πεντακάθαρη, ξεπλυμένη από το ρυάκι του Επτ μέσα στο οποίο βρίσκεται βυθισμένο το κεφάλι του».
     Την υπόθεση αναλαμβάνει ο επιθεωρητής Λοράνς Σερενάκ με βοηθό τον Σίλβιο Μπεναβίντες, αλλά η υπόθεση θα αποδειχθεί εξαιρετικά δύσκολη.
     Όπως δύσκολη αποδείχθηκε και η προσπάθειά μου να γράψω την παρουσίαση αυτού του βιβλίου. Και η δυσκολία έγκειται στο ότι πρέπει να είμαι ιδιαίτερα προσεκτικός, στο ποιες από τις πτυχές του μύθου μπορώ να αποκαλύψω, ώστε να μην προϊδεάσω τον αναγνώστη γι’ αυτό που θα συμβεί και «καταστρέψω» έτσι το στοιχείο της έκπληξης. Σ’ αυτή την ιστορία όπου το παρόν μπλέκεται αξεδιάλυτα με το παρελθόν, στις τελευταίες σαράντα σελίδες, όλες οι απορίες θα λυθούν, αφού όμως πρώτα ανατραπούν όλες οι βεβαιότητες και θα αποδειχθεί περίτρανα πως σ’ αυτό το χωριό, τίποτα και κανείς δεν είναι αυτό που φαίνεται ή αυτό που εμείς οι αναγνώστες νομίζαμε.

     Εξαιρετικό μυθιστόρημα, που θα συναρπάσει με την πλοκή, το συγκλονιστικό ύφος γραφής, τους ξεχωριστούς χαρακτήρες και φυσικά με την «μεγάλη ανατροπή» των τελευταίων σελίδων. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου