22 Δεκ 2012

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Η ΓΕΥΣΗ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 480, Νοέμβριος 2012

     Η Συρία, είναι μια φιλική προς την Ελλάδα, αλλά όχι και τόσο γνωστή χώρα. «Η Συρία στους παγκόσμιους τουριστικούς οδηγούς, χαρακτηρίζεται ως η γη που όσο την ξεφλουδίζεις, τόσα περισσότερα βρίσκεις κάτω απ’ αυτή. Είναι ο τόπος όπου αναμίχθηκαν πολιτισμοί και θρησκείες, συγκρούστηκαν θεοί, βασιλιάδες και ληστές κι άφησαν τα ίχνη τους καραβάνια εμπόρων, σπαθιά σταυροφόρων και μελάνι περιηγητών. Ένα μωσαϊκό ιστορίας και θρύλων». Τον τελευταίο καιρό αναφέρεται τακτικά στα δελτία ειδήσεων, καθώς μαίνεται ένας εμφύλιος με χιλιάδες νεκρούς και άδηλη-προς το παρόν-κατάληξη. Αυτή η χώρα, την οποία απ’ ότι φαίνεται γνωρίζει πολύ καλά, διάλεξε ως «σκηνικό» του πρόσφατου εξαιρετικού μυθιστορήματός της, η Ι. Θεοδώρου.
     Η Τζένη Ράλλη, κόρη διάσημου και καρδιοκατακτητή έλληνα ηθοποιού, από μια αναπάντεχη συγκυρία, βρίσκεται στη Συρία (λίγο πριν από την έναρξη του εμφυλίου). Έχει μόλις βγει, για μια ακόμη φορά, με τραυματικό τρόπο, από μια ακόμη ερωτική σχέση, αυτή τη φορά με παντρεμένο συνάδελφό της. «Είμαι πολύ μόνη. Με παράτησε ο παντρεμένος φίλος μου και ο πατέρας μου δεν δίνει δεκάρα τσακιστή για μένα. Κάνω λάθη που τρομάζουν τη μάνα μου και οι γκόμενοι λακίζουν μόλις μου βγάλουν το βρακί. Έχω μοναξιά, πολλή μοναξιά». Βλέπει αυτό το ταξίδι-που διοργάνωσε μια ταξιδιωτική πράκτορας, γνωστή της μητέρας της από τα παιδικά τους χρόνια-ως ένα τρόπο να ξεφύγει από ότι ταράζει και αναστατώνει ακόμη περισσότερο, τον ήδη βαριά διαταραγμένο ψυχικό της κόσμο από την απόρριψη του πατέρα της και την αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά-που κινείται από την αδιαφορία ως την αρρωστημένη προσκόλληση πάνω της-της μητέρας της. Το ταξίδι διοργανώθηκε αρχικά για τη μητέρα της και δύο αγγλίδες φίλες της, οι οποίες θέλησαν να ακολουθήσουν την πορεία της εκκεντρικής αγγλίδας Τζέιν Ντίγκμπι, η οποία «Το 1853, απογοητευμένη από θυελλώδεις έρωτες και τρία διαζύγια, τολμάει και ταξιδεύει στη Μέση Ανατολή καθ’ οδό προς την Παλμύρα, όπου «ανάμεσα στα χρυσορόδινα ερείπια ή κάτω από μια αστραφτερή πανσέληνο» ερωτεύεται των σεΐχη Ελ Μεζράμπ, τον συνοδό-μεταφραστή της, μυείται στη νομαδική ζωή των Βεδουίνων και μένοντας μαζί του, γίνεται το σύμβολο του αντικομφορμισμού στην εποχή της». Ένα ατύχημα όμως που συνέβη σε μία από τις τρείς κυρίες, τις καθήλωσε στην Αθήνα και για να μην πάει χαμένο το ταξίδι, η Τζένη, που βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση που θα πήγαινε οπουδήποτε, άδραξε την ευκαιρία.
     Στη Δαμασκό γνωρίζει τον Ρωμανό Καφαντάρη, γιο της ιδιοκτήτριας του ταξιδιωτικού γραφείου, ο οποίας αναλαμβάνει να την ξεναγήσει και να την συνοδέψει στο ταξίδι της. Οι δύο νέοι, αισθάνονται ερωτική έλξη ο ένας για τον άλλο, αλλά το παρελθόν θα ορθώσει ανυπέρβλητα εμπόδια.
     Όπως γράφω και πιο πάνω, το μυθιστόρημα είναι εξαιρετικό και έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης. Εκτός από το στήσιμο του μύθου και η περιγραφή των ψυχολογικών μεταπτώσεων και του χείμαρρου των συναισθημάτων που κατακλύζουν τους χαρακτήρες του βιβλίου, είναι αναλυτικότατη, εύστοχη και συγκλονιστική.
     Εξίσου εξαιρετικό είναι και το «ταξίδι» στο παρελθόν της Συρίας, στο οποίο μας οδηγεί με μοναδικό τρόπο και γραφή η συγγραφέας, μέσα από το κείμενό της, που δείχνει βαθιά γνώση και αγάπη για τη χώρα αυτή. Από τις περιγραφές της όμως, δεν λείπει και το τραγικό παρόν, αφού ο εμφύλιος, θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου.
     Τον τελευταίο καιρό, είχα την ευκαιρία και τη χαρά, να διαβάσω ορισμένα πολύ αξιόλογα βιβλία. Το «Η Γεύση Της Ερήμου» είναι ένα από αυτά και το συστήνω ανεπιφύλακτα.


15 Δεκ 2012

Ο ΞΕΝΩΝΑΣ
ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΔΕ
Σελ. 200, Απρίλιος 2012

     Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, στο οποίο η συγγραφέας θίγει πολλά θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, είναι αυτό που θα σας παρουσιάσω σήμερα.
     Η ηθοποιός και σκηνοθέτις Τζένη Ιαβέρη, μια γυναίκα που παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκεται πια στην πρώτη της νεότητα, παραμένει ωραία και γοητευτική και η οποία βρίσκεται για πολλά χρόνια στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας των θεατρικών δρώμενων, κατευθύνεται με την κόρη της, σ’ ένα πολυτελές θέρετρο ανάρρωσης «για λίγους». «Με το βλέμμα της περιηγήθηκε γρήγορα όλη την έκταση και είδε τεράστιους κήπους και γήπεδα και πισίνες και ανάμεσα σε πλακόστρωτα δρομάκια, περιποιημένα, ανεξάρτητα διαμερίσματα. Ήταν ένα μικρό χωριό και ένας ιδανικός τρόπος για να κοροϊδέψει κανείς τον εαυτό του και, αν όχι να ξεχάσει, τουλάχιστον να αντιμετωπίσει καλύτερα το πρόβλημά του. Με μια πρώτη ματιά λοιπόν, φαινόταν ότι άξιζε τα χρήματα που είχε δώσει, μάλιστα προκαταβολικά». Πριν από λίγο καιρό, είχε διαγνωστεί καρκίνος των λεμφαδένων στη Τζένη και μετά τις θεραπείες στις οποίες χρειάστηκε να υποβληθεί, αποφάσισε να περάσει μερικές εβδομάδες σ’ αυτόν τον ξενώνα για ν’ αναλάβει δυνάμεις.
     Στον ίδιο χώρο, φιλοξενείται και άλλος κόσμος, όλοι φυσικά για τον ίδιο λόγο. Από τις πρώτες μέρες, η Τζένη γίνεται μέλος μιας παρέας που την αποτελούν μια ιστορικός τέχνης και διακοσμήτρια (Βάντα), μια νοικοκυρά (Μαρίκα), μια ιδιωτική υπάλληλος (Ελεονόρα) και μια αγρότισσα (Άννα). Έμμεσα, στην ίδια παρέα «συμμετέχει» κι ένας καθηγητής γενετικής.
     Η Τζένη, χάρη στον αρχηγικό της χαρακτήρα, κατάφερε να πείσει τους ενοίκους του ξενώνα, να ανεβάσουν μια παράσταση. Μετά από αναγνώσεις διάφορων έργων, αποφάσισαν να ανεβάσουν το έργο του Γ. Ξενόπουλου «Το Μυστικό Της Κοντέσας Βαλέραινας», έργο που όπως και τα άλλα που μελέτησαν αναφέρονταν «…στα εσώψυχα της γυναικείας ψυχολογίας, στα οριακά ακραία συναισθήματα στα οποία οδηγείται η γυναίκα απ’ τον απόλυτο, εξοντωτικό έρωτα, από το δυνατό ρόλο της μητρότητας που όπως μπορεί να την απογειώσει συναισθηματικά μπορεί και να την αποστραγγίσει…».
    Στηριζόμενη σε αυτό το μύθο του βιβλίου, η συγγραφέας, έχει την ευκαιρία να ασχοληθεί-όπως γράφω και στην αρχή- με πολλά θέματα που απασχολούν τους ανθρώπους σήμερα. Θέματα όπως οι σχέσεις μάνας-παιδιού (που στην περίπτωση της κόρης της Τζένης ήταν τουλάχιστον τραυματική), οι σχέσεις ανάμεσα στα ζευγάρια, τον εγωκεντρισμό που αναπτύσσουν υπό ορισμένες συνθήκες κάποια άτομα, τη γενετική ηθική, το πόσο λάθος ιεραρχούμε τις προτεραιότητες μας, (μέχρι που ένα γύρισμα της μοίρας μας προσγειώνει-συνήθως ανώμαλα), το θέατρο, την επίδραση της τέχνης στη ζωή μας, την οικονομική κρίση και άλλα. Κι όλα αυτά, δοσμένα με όμορφο τρόπο, ενταγμένα στη δομή του μύθου, χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού ή προσπάθεια επίδειξης «σοφίας» και «πνεύματος».
    Ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, που αξίζει να γίνει γνωστό και να διαβαστεί.


5 Δεκ 2012

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΠΟΛΗ ΤΩΝ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΩΝ
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ. ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΚΑΙ ΕΒΡΑΙΟΙ 1430-1950
ΜΑΡΚ ΜΑΖΑΟΥΕΡ
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΕΜΕΝΟΣ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 575, Οκτώβριος 2006

     Όσοι διανύουμε την πέμπτη δεκαετία της ζωής μας-και όσοι βρίσκονται λίγο πριν ή λίγο μετά-διδαχτήκαμε την Ιστορία στα σχολεία μας, με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Ή για να το θέσω καλύτερα, αυτό που υποτίθεται ότι ήταν το μάθημα της Ιστορίας, δεν ήταν παρά ένα εθνικιστικό παραλήρημα, που ελάχιστη σχέση είχε με την προσέγγιση και ανάλυση που απαιτεί η επιστήμη της Ιστορίας. Οι διαστρεβλώσεις του ιστορικού γίγνεσθαι ήταν συνεχείς. Τα παραδείγματα άπειρα. Εγώ για παράδειγμα, με αληθινή έκπληξη έμαθα πριν από κάποια χρόνια, ότι ο όρος Βυζάντιο και βυζαντινός, είναι νεότατοι. Είναι εφεύρημα κάποιων δυτικών καθολικών διανοούμενων μοναχών, που ασχολούνταν με την Ιστορία και χρησιμοποιήθηκε για να διαχωρίσουν τους «αιρετικούς» (ορθόδοξους) της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από τους υπηκόους, της καθολικής Δυτικής. Και επίσης έμαθα, ότι οι βυζαντινοί, άρχοντες και λαός, δεν αυτοαποκαλούνταν ούτε βυζαντινοί, ούτε έλληνες, αλλά…Ρωμαίοι (εξ ου και το Ρωμιός). Πέρα απ’ το γεγονός, ότι «γνώση» της Ιστορίας, σήμαινε αποστήθιση στη «ληξιαρχική» λογική, γεννήθηκε, βασίλεψε, πέθανε (και κάπου ανάμεσα και κανένα πολέμησε).
     Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι αν ο καθένας μας, δεν προσπαθήσει μόνος του ν’ αναζητήσει την ιστορική πραγματικότητα, θα έχει στρεβλή εικόνα του παρελθόντος της χώρας. Βέβαια, πάντα την Ιστορία την έγραφαν οι νικητές και πάντα εξυπηρετούσε και στήριζε τις επιδιώξεις του εκάστοτε καθεστώτος, αλλά στην περίπτωση της Ελλάδας, το κακό… παράγινε.
     Όλες αυτές τις σκέψεις τις έκανα έχοντας στα χέρια μου το βιβλίο «Θεσσαλονίκη. Πόλη των φαντασμάτων», που ξαναδιάβασα τώρα, επηρεασμένος από τις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια της απελευθέρωσης της Θεσσαλονίκης. Το βιβλίο παρουσιάζει την ιστορία της Θεσσαλονίκης από το 1430, χρονιά της κατάκτησής της από τους Οθωμανούς, ως το 1950. «…ξεκινώ με την άλωση της πόλης από ο σουλτάνο Μουράτ Β! το 1430, περιγράφω την καθημερινή ζωή στα χρόνια των διαδόχων του και ανιχνεύω τη μετάβασή της από τον πολυθρησκευτικό κι εξαιρετικά πολύγλωσσο οθωμανικό κόσμο-ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο ακόμα και οι λούστροι της Θεσσαλονίκης μιλούσαν έξι-εφτά γλώσσες για τις ανάγκες της δουλειάς τους-στο ρόλο της ως ομογενοποιημένου εθνολογικά και γλωσσικά προμαχώνα του εθνικού κράτους του εικοστού αιώνα, όπου πια το 1950, περισσότερο από το ενενήντα πέντε τις εκατό των κατοίκων ήταν, με βάση οποιοδήποτε κριτήριο, Έλληνες».
     Ο συγγραφέας στο εξαιρετικό του βιβλίο, μας δίνει την εικόνα μιας πόλης πολυφυλετικής, πολυπολιτισμικής, όπου ο καθένας ήταν ελεύθερος να λατρεύει τον Θεό στον οποίο πίστευε και στην οποία οι κάτοικοι ζούσαν αρμονικά. Οι προστριβές που υπήρχαν, ήταν λίγες και μικρής σημασίας. Περιγράφει με πολλές και δυσεύρετες λεπτομέρειες εκφάνσεις της καθημερινής ζωής των κατοίκων σε κάθε εποχή και πως τραγικά ιστορικά γεγονότα, (πόλεμοι, ανταλλαγές πληθυσμών, Ολοκαύτωμα), λίγο-λίγο, αποστέρησαν από την πόλη τον πολυφυλετικό της χαρακτήρα, για να φτάσει σήμερα, να είναι μια αμιγώς ελληνική πόλη, με τα σημάδια του πολυφυλετικού παρελθόντας να είναι λίγα.
     Πολύτιμη μελέτη, για τους λάτρεις της Ιστορίας και απαραίτητο ανάγνωσμα για κάθε Έλληνα, που παλεύει να μάθει το παρελθόν του και να διδαχτεί από αυτό.

21 Νοε 2012

ΑΙΜΑ ΣΤΟΝ ΠΑΓΟ
Μ.ΤΖ. ΜΑΚ ΓΚΡΑΘ
Μετάφραση: ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΦΩΛΙΑΣ
Εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ
Σελ. 480, Σεπτέμβριος 2012

     Στα άγρια και αφιλόξενα τοπία του βόρειου αρκτικού κύκλου διαδραματίζεται το περιπετειώδες μυθιστόρημα «Αίμα Στον Πάγο». Πρόκειται για ένα θρίλερ, που εκτός του ότι συναρπάζει τον αναγνώστη με την πλοκή, τη δράση και την εξέλιξή του, τον βοηθά να επιχειρήσει μια πρώτη γνωριμία, με τον πολιτισμό ενός λαού που είτε από επιλογή είτε από ανάγκη, ζει σ’ αυτή την περιοχή, τους Ινουίτ.
     Στο αχανές παγωμένο τοπίο της νήσου Κρέγκ, δύο άντρες κυνηγούν πάπιες. Τους συνοδεύει η εξαιρετική κυνηγός κι έμπειρη οδηγός Ίντι, από τις πρώτες γυναίκες που διεκδίκησαν και κατέκτησαν το δικαίωμα να κάνουν αυτή τη δουλειά, γεννημένη και μεγαλωμένη στο άγριο, αλλά παράλληλα όμορφο αυτό περιβάλλον. Στη διάρκεια της κυνηγετικής εξόρμησης, ένας από τους άντρες πυροβολείται και τραυματίζεται θανάσιμα, κάτω από μυστηριώδεις κι αδιευκρίνιστες συνθήκες. «Ο τραυματισμένος άνδρας ήταν ακίνητος. Κάτω από το δεξί του χέρι είχε σχηματιστεί μια λίμνη αίματος, που έλιωνε το γύρω χιόνι και πάγωνε σαν πορφυρή γρανίτα. Σε εκείνο το σημείο υψωνόταν μια μικρή τολύπη ατμού». Το πανίσχυρο τοπικό Συμβούλιο των Πρεσβυτέρων του Αουτισάκ, που ελέγχει σε μεγάλο βαθμό τις ζωές όλων, με ένα σκεπτικό που ακροβατεί στα όρια του λογικού, σπεύδει να αποδώσει τον θάνατο σε ατύχημα.
     Λίγες εβδομάδες αργότερα, δύο τυχοδιώκτες φτάνουν στην περιοχή με την ελπίδα να εντοπίσουν το λείψανο του Σερ Τζέημς Φέρφαξ, ενός θρυλικού εξερευνητή της Βικτωριανής περιόδου, που πέθανε και θάφτηκε στην περιοχή. Οδηγοί τους είναι η Ίντι και ο θετός της γιος, ο Τζο. Στη διάρκεια μιας καταιγίδας χωρίζονται και η Ίντι επιστρέφει στο χωριό με τον ένα άντρα. Τέσσερις μέρες μετά, επιστρέφει και ο Τζο με κρυοπαγήματα και υποθερμία και δηλώνει την εξαφάνιση του άλλου άντρα. Τα πράγματα παίρνουν πιο σκοτεινή τροπή, όταν ο Τζο, που αναρρώνει από την έκθεσή του στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, αυτοκτονεί και η Ίντι, συντετριμμένη, αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη πρόκληση της ζωής της.
     Γιατί πιστεύει, ότι αυτά τα φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους γεγονότα, με κάποιο τρόπο συνδέονται. Ψάχνοντας να βρει το αόρατο νήμα που τα συνδέει και την αλήθεια, ξεκινάει για ένα ταξίδι που την οδηγεί μακριά από το σπίτι της και τους κατοίκους της μικρής κοινότητας στην οποία ζει. Κι ενώ ο χειμώνας παραχωρεί σιγά-σιγά τη θέση του στην άνοιξη και το καλοκαίρι και το 24ωρο σκοτάδι στο φως, η Ίντι συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί να εμπιστεύεται τους πάντες στο Αουτισάκ. Στην παγωμένη τούνδρα, υπάρχουν συμφέροντα που απειλούν όλα όσα αγαπάει και κάποιοι από τους συμπολίτες της, είναι αποφασισμένοι να εξυπηρετήσουν αυτούς που κρύβονται πίσω από αυτά τα συμφέροντα.
     Όπως γράφω και στην αρχή της παρουσίασης, το βιβλίο είναι ένα καλογραμμένο θρίλερ, με πολλά στοιχεία-που είναι ενταγμένα και που παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του μύθου-για το περιβάλλον και τους ανθρώπους μιας terra incognita για τους περισσότερους από εμάς.


9 Νοε 2012

ΓΕΡΜΑΝΙΑ 1945
ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ
ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΜΠΕΣΕΛ
Μετάφραση: ΕΛΕΝΗ ΑΣΤΕΡΙΟΥ
Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ
Σελ. 540, Σεπτέμβριος 2010

     Με την κατάσταση στη Γερμανία αμέσως μετά τη λήξη του Β! παγκοσμίου πολέμου, ασχολείται το βιβλίο «Γερμανία 1945» του ιστορικού Ρ. Μπέσελ.
     Για να φτάσει όμως την αφήγησή του, στην κομβική αυτή χρονιά, ο συγγραφέας ξεκινά από πιο νωρίς. Από την εποχή που από τη μια το προγεφύρωμα των Συμμάχων στη Νορμανδία, όχι μόνο εδραιώνεται, αλλά επεκτείνεται και γίνεται πύλη εισόδου εκατοντάδων χιλιάδων στρατιωτών, που λίγο-λίγο απελευθερώνουν τις χώρες στα δυτικά της Γερμανίας και από την άλλη, ο Κόκκινος Στρατός, απελευθερώνει τις χώρες ανατολικά της Γερμανίας, σφίγγοντας τον κλοιό, μέχρι την τελική επικράτηση και την κατάληψη του Βερολίνου. «Στη σύγχρονη ιστορία η Γερμανία ήταν η πρώτη χώρα που ηττήθηκε ολοκληρωτικά. Το ναζιστικό καθεστώς δεν συνθηκολόγησε και οι γερμανοί στρατιώτες δεν σταμάτησαν να μάχονται ακόμη και όταν ξένα στρατεύματα πλησίαζαν στους κήπους της Καγκελαρίας του Ράιχ, στο κέντρο του Βερολίνου. Ποτέ μέχρι τότε στη σύγχρονη ιστορία κάποιο έθνος δεν καταποντίστηκε σε τέτοιο βάθος, όσο η Γερμανία το 1945».
     O γερμανικός άμαχος πληθυσμός που επέζησε του πολέμου, βρέθηκε σε κατάσταση ακόμη μεγαλύτερου σοκ, από αυτό που προκάλεσαν οι βομβαρδισμοί και οι μάχες. «Παραδοσιακά οι Γερμανοί και η Γερμανία συνδέονταν με την τάξη. Όμως το 1945, συνεχώς βρισκόταν αντιμέτωποι με την αταξία: με τη βία των τελευταίων μηνών του πολέμου, την καταστροφή των υποδομών, την κατάρρευση της δημόσιας διοίκησης, την τεράστια εισροή προσφύγων και την άφιξη εκατομμυρίων στρατιωτών των δυνάμεων κατοχής». Οι οποίοι στρατιώτες, σε πολλές περιπτώσεις, προέβησαν σε δολοφονίες, λεηλασίες, κλοπές και σεξουαλική βία, ιδιαίτερα στις περιοχές που είχαν κατακτηθεί από τον Κόκκινο Στρατό, ως πράξη εκδίκησης για τα όσα είχαν υποστεί οι συμπατριώτες τους, στη διάρκεια της ναζιστικής κατοχής, όχι υπό την ανοχή της στρατιωτικής διοίκησης, αλλά με τις παραινέσεις και τις ευλογίες της. «Ήρθε η ώρα να ανταποδώσουμε πλήρως για όλα όσα έκανε ο χειρότερος εχθρός της χώρας μας, οι φασίστες κατακτητές, για όλες τις φρικαλεότητες και τα εγκλήματά τους, για τη λύπη και τα δεινά του λαού μας, για το αίμα και τα δάκρυα των πατέρων και των μητέρων μας, των συζύγων και των παιδιών μας, για τις σοβιετικές πόλεις και τα χωριά που κατέστρεψε και λεηλάτησε ο εχθρός» (απόσπασμα της διαταγής του στρατάρχη Ροκοσόφσκι, προς τους στρατιώτες του, που τον Ιανουάριο του 1945, ετοιμάζονταν να επιτεθούν στην ανατολική Πρωσία).
     Μια εξαιρετικά δομημένη μελέτη, για μια εποχή, που αποτέλεσε για τη Γερμανία το σημείο μηδέν για την ανάνηψη από το ναζισμό και τη μετάβαση σε μια δημοκρατική, ειρηνική και ευημερούσα κοινωνία, χάρη και στην τεράστια οικονομική βοήθεια, που από ένα σημείο και μετά, παρείχαν αφειδώς, οι μέχρι πρότινος εχθροί της. Επίσης μέσα από τη μελέτη του, ο συγγραφέας αποδομεί τα επιχειρήματα όσων Γερμανών ιστορικών, ήθελαν να παρουσιάσουν τους συμπατριώτες τους ως θύματα του πολέμου, λόγω της βίας των πρώτων μηνών του 1945, που όμως πολύ βολικά «ξεχνούσαν» ότι πολλαπλάσια βία υπέστησαν όσοι λαοί είχαν την ατυχία να βρεθούν υπό ναζιστική κατοχή, ενώ οι Γερμανοί ευημερούσαν, χάρη στην καταλήστευση των πόρων των κατακτημένων λαών.
     Ο Ρίτσαρντ Μπέσελ, είναι καθηγητής της Ιστορίας του 20ου αιώνα στο Πανεπιστήμιο του York. Ασχολείται με την κοινωνική και πολιτική ιστορία της Γερμανίας, τις συνέπειες των δύο παγκοσμίων πολέμων και της ιστορία της Αστυνόμευσης. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής των περιοδικών German History και History Today.

1 Νοε 2012

ΔΕΚΑ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕ ΕΝΑ ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ

ΔΕΚΑ ΕΒΔΟΜΑΔΕΣ ΜΕ ΕΝΑ ΙΝΤΕΡΜΕΤΖΟ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 320, Οκτώβριος 2012

     Το βιβλίο «Δέκα Εβδομάδες…» (από τα λίγα ελλήνων συγγραφέων που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Bell), έφτασε στα χέρια μου με λίγη καθυστέρηση σε σχέση με το θέμα που πραγματεύεται στο πρώτο μέρος και εγκαίρως για ότι αναφέρει στο δεύτερο.
     Κι επειδή τα παραπάνω μοιάζουν με γρίφο, εξηγούμαι. Το βιβλίο έχει σαν θέμα τους δύο Βαλκανικούς πολέμους και την κατάληψη της Θεσσαλονίκης. Έφτασε αργά όσο αφορά τις μάχες του πρώτου Βαλκανικού πολέμου και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης (αν το είχα διαβάσει νωρίτερα θα έκανα την ανάρτηση την προηγούμενη εβδομάδα, που συμπληρώθηκαν 100 χρόνια), αλλά εγκαίρως για τον πιο αιματηρό, αν και μικρότερης διάρκειας, δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, όταν οι μέχρι πρότινος σύμμαχοι, έπεσαν να φάνε ο ένας τον άλλο. «Ο δεύτερος Βαλκανικός πόλεμος είχε διαρκέσει τέσσερις μόλις εβδομάδες. Κι αν τον πρώτο τον είχε προκαλέσει η λαχτάρα της απελευθέρωσης των χριστιανικών πληθυσμών από τον τουρκικό ζυγό που τους καταπίεζε επί τέσσερις αιώνες, τον δεύτερο τον προκάλεσε η απλή και ξεκάθαρη απληστία. Και της βουλγαρικής ελίτ, που τα μυαλά της είχαν πάρει αέρα από τις στρατιωτικές επιτυχίες κι ήθελε να αναδειχθεί σε νέα άρχουσα τάξη των Βαλκανίων, αλλά και των Ελλήνων και των Σέρβων, που ζήλευαν τις βουλγαρικές κατακτήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, σε εδάφη που θεωρούσαν δικά τους».
     Το βιβλίο δεν είναι Ιστορία-γι' αυτό κι εγώ δεν το κατατάσω εκεί, αλλά στην Πεζογραφία. Ο συγγραφέας το ονομάζει «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Έχοντας στα χέρια του το αρχείο των προγόνων του Νικολάου Σπανδωνή, ευφυούς, πολυγραφότατου και διεισδυτικού δημοσιογράφου, διπλωμάτη και πολιτικού, που ακολούθησε τον ελληνικό στρατό ως πολεμικός ανταποκριτής σ’ όλες σχεδόν τις μάχες των Βαλκανικών πολέμων και Ιωάννη Σπανδωνή, συνταγματάρχη, συνθέτει ένα ολοζώντανο και συναρπαστικό μυθιστορηματικό χρονικό.
     Περιγράφει τις δέκα εβδομάδες απίστευτα βίαιων και αιματηρών συγκρούσεων («Διακόσιες περίπου χιλιάδες πολεμιστές κι άγνωστος αριθμός αμάχων έχασαν τη ζωή τους. Δεκάδες χιλιάδες ακόμα πέθαναν από χολέρα, τύφο και δυσεντερία»), πρωτοποριακών ως προς τη χρήση νέων όπλων όπως το αεροπλάνο («Το σκάφος αυτό…έκανε την πρώτη στον κόσμο-όπως έλεγαν τα τηλεγραφήματα-πολεμική αποστολή ναυτικής συνεργασίας. Αφού αποθαλασσώθηκε, το υδροπλάνο πέταξε πάνω από τα Δαρδανέλια, αναγνώρισε τον τουρκικό στόλο και το ναύσταθμό του και έριξε εναντίον τους τέσσερις μικρές βόμβες»), προφητικών των δύο παγκόσμιων πολέμων («Αυτοί που συμμετείχαν ή παρακολούθησαν ως μάρτυρες τους Βαλκανικούς πολέμους, πήραν μια πρώτη γεύση εκείνων που επιφύλασσε στην ανθρωπότητα ο 20ος αιώνας»), αλλά και καθοριστικών για την όψη που θα έπαιρναν τελικά η Ελλάδα, η οποία μετά τη λήξη των πολέμων είχε διπλασιάσει την έκταση και τον πληθυσμό της, αλλά και οι άλλες χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου.
     Πολύ καλογραμμένο, άξιο προσοχής βιβλίο, που χωρίς καμιά διάθεση διδακτισμού, αποκαλύπτει κρυφές πτυχές και μας μαθαίνει Ιστορία.


20 Οκτ 2012

ΠΟΛΥ ΧΙΟΝΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ
ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ
Σελ. 243, Σεπτέμβριος 2012

     Πολύ θα ήθελα να έχω τη δύναμη να σας πείσω να διαβάσετε ένα βιβλίο, γράφοντας απλώς δύο προτάσεις. Έξι απλές λέξεις: Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε. Αν είχα αυτή την ικανότητα, θα με διευκόλυνε ιδιαίτερα, στην περίπτωση του βιβλίου της Νίκης Αναστασέα. Γιατί μου είναι δύσκολο να περιγράψω τα πολλά και διαφορετικά συναισθήματα που μου προκάλεσε η ανάγνωσή του. Σπάνια η «μάχη» με το λευκό χαρτί ήταν στο παρελθόν τόσο δύσκολη και «σκληρή». (Τις παρουσιάσεις τις ετοιμάζω και τις γράφω με το στυλό στο «λευκό χαρτί»-για να μπορώ να κάνω τις παραπομπές και διορθώσεις που θέλω-και στη συνέχεια τις περνώ στον υπολογιστή).
     Το βιβλίο περιγράφει την ιστορία της κατάρρευσης μιας μέσης, μικροαστικής, νεοελληνικής οικογένειας, με την τυπική σύνθεση: πατέρας, μητέρα και δύο παιδιά (ένας γιος και μια κόρη) που έχουν πια μεγαλώσει αρκετά κι ετοιμάζονται να ακολουθήσουν το καθένα το δρόμο του. Ζουν μια ήρεμη ζωή, παρά τα κατά καιρούς σκαμπανεβάσματα, που άλλωστε περνά η μεγάλη πλειοψηφία των οικογενειών και που στην περίπτωση των γονιών, κάποια στιγμή στο παρελθόν, υπήρξαν ιδιαίτερα έντονα.
     Ξαφνικά έρχεται η αμείλικτη πραγματικότητα και ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες της ζωής τους. «Πότε άλλαξε η ζωή Πέρσα και δεν το πήραμε είδηση; Που κοιτάζαμε; Που είχαμε το νου μας;». Η κόρη της οικογένειας, η Ηλέκτρα, βρίσκεται προφυλακισμένη στον Κορυδαλλό. Ένα σαββατόβραδο, την ώρα που με τον αγαπημένο της, τον Στέλιο, είχαν βγει βόλτα με τη μηχανή του, δεν σταματάνε σε μπλόκο της αστυνομίας. Και σα να μην έφτανε αυτό, ο Στέλιος, πυροβολεί και σκοτώνει έναν από τους δύο αστυνομικούς που προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Τους συλλαμβάνουν λίγο αργότερα. Ο ανακριτής που είναι επιφορτισμένος με την έρευνα της υπόθεσης, προσπαθεί να πείσει την Ηλέκτρα, να καταθέσει εναντίον του Στέλιου, για να «δέσει» πιο σίγουρα την υπόθεση. Αυτή όμως αρνείται, παρά τον κίνδυνο να κατηγορηθεί ως συνεργός και να περάσει αρκετά χρόνια στη φυλακή.
     Την εξέλιξη της ιστορίας, την παρακολουθούμε μέσα από διαδοχικούς μονολόγους των μελών της οικογένειας, των οποίων οι χαρακτήρες, οι σχέσεις και οι συμπεριφορές, διαφοροποιήθηκαν μέσα από μια σειρά ψυχολογικών διεργασιών, λόγω της κρίσης που προκάλεσε το γεγονός του εγκλεισμού της Ηλέκτρας και της άρνησής της, να «προδώσει» τον αγαπημένο της, «γιατί έτσι είναι η αγάπη».
     Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο, αλλά να σας αφήσω να ανακαλύψετε μόνοι τις πολλές αρετές του βιβλίου. Απλά θέλω να επαναλάβω, αυτό που γράφω στην αρχή. «Ένα εκπληκτικό βιβλίο. Διαβάστε το οπωσδήποτε».

13 Οκτ 2012

ΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΟ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ ΣΤΟ ΔΝΤ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΡΟΥΜΕΛΙΩΤΗΣ
Εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗΣ
Σελ. 385, Σεπτέμβριος 2012

     Τα τελευταία δύο-τρία χρόνια, από τότε που φάνηκαν τα πρώτα σύννεφα πάνω από την Ελλάδα και την οικονομία της, άρχισαν να γράφονται βιβλία από ειδικούς ή και λιγότερο ειδικούς, που προσπαθούν να εξηγήσουν στους εμβρόντητους Έλληνες, τι ακριβώς συνέβη και φτάσαμε στο χάλι που είμαστε σήμερα. Κάποια από αυτά είναι πολύ καλά, κάποια άλλα λιγότερο καλά.
     Στα πρώτα, ανήκει το βιβλίο του καθηγητή και πρώην υπουργού Π. Ρουμελιώτη, ο οποίος, το κρίσιμο διάστημα μεταξύ Μαρτίου 2010 και Δεκεμβρίου 2011, διετέλεσε Αναπληρωτής Εκτελεστικός Διευθυντής, στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
     Όπως εξηγεί ο ίδιος στον πρόλογο: «Σκοπός του βιβλίου είναι, για λόγους εκπαιδευτικούς και ιστορικούς, η αντικειμενική καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν τη χώρα μας στο πρώτο και δεύτερο μνημόνιο (ή προγράμματα προσαρμογής, σύμφωνα με την τεχνική ορολογία), με συνέπεια να τεθεί υπό την κηδεμονία των δανειστών της. Το οφείλω στη νέα γενιά μας».
     Για να πετύχει το σκοπό του, κάνει λεπτομερείς κι εξαντλητικές περιγραφές-βασισμένες σε προσωπικές ημερολογιακές καταγραφές, συνομιλίες και έγγραφα των οποίων η δημοσιοποίηση επιτρέπεται-των ενεργειών που έγιναν και κυρίως αυτών που έπρεπε να γίνουν αλλά δεν έγιναν, από όλους όσους ενεπλάκησαν στην προσπάθεια διάσωσης της ελληνικής οικονομίας από την πλήρη κατάρρευση. Παραλείψεις και αστοχίες, που οδήγησαν το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού λαού στη φτώχεια, στην ανεργία, στην εξαθλίωση. «Ασφαλώς, η Ελλάδα ολιγώρησε για δεκαετίες σε πολλά θέματα…Αλλά και οι Ευρωπαίοι δε στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων…»
     Οι εμπειρογνώμονες του ΔΝΤ, προειδοποιούσαν εδώ και χρόνια για την πορεία που βρίσκεται η ελληνική οικονομία. Όλο το πολιτικό σύστημα (και κατ’ επέκταση και οι «εργατοπατέρες», που αφού έκαναν τη «θητεία» τους στο συνδικαλιστικό κίνημα, αναλάμβαναν βουλευτική έδρα) ήξερε τι συνέβαινε. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ψεύδεται ασυστόλως. Όλους όμως τους βόλευε η συγκεκριμένη κατάσταση. ΟΛΟΥΣ. Αλλά οι προειδοποιήσεις τους έπεφταν στο κενό. Στο εσωτερικό μάλιστα, οι λίγοι που μιλούσαν για καταστροφική πορεία, χλευάζονταν και στοχοποιούνταν ως γραφικοί από τα περισσότερα ΜΜΕ, στα οποία κυριαρχούσε ένα μείγμα λαϊκισμού, διαφθοράς, διαπλοκής και «λαμογιάς».
     Υπάρχει διέξοδος; «Ωστόσο μαγικές λύσεις για την έξοδο από την οικονομική κρίση δεν υπάρχουν. Η επίλυση του προβλήματος της χώρας μας, θα είναι επώδυνη και θα απαιτήσει μακροχρόνιες προσπάθειες, είτε εντός είτε εκτός Ευρωζώνης, είτε με προγράμματα προσαρμογής της τρόικας είτε χωρίς τα προγράμματα αυτά. Η Ελλάδα έχει μπροστά της έναν «ανηφορικό μαραθώνιο». Για αυτό το λόγο, πρέπει να εξοπλιστούμε με μεγάλη επιμονή και βούληση προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις και να ανοίξουμε έναν ελπιδοφόρο δρόμο για τις επόμενες γενιές».
     Το βιβλίο, παρά το γεγονός ότι είναι γραμμένο από έναν τεχνοκράτη, είναι εύκολα κατανοητό από το μέσο αναγνώστη. Και είναι χρήσιμο, γιατί είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που είναι σε θέση να γνωρίζει τα πράγματα «εκ των έσω».
     Δύο παρατηρήσεις πριν κλείσω αυτό το σημείωμα. Σε κάθε τους έκθεση, οι εμπειρογνώμονες όλων των διεθνών οργανισμών που ασχολήθηκαν με την ελληνική οικονομία, θεωρούν πρωταρχικής σημασίας την πάταξη της φοροδιαφυγής. Θέλω να πιστεύω ότι αυτές τις εκθέσεις τις διαβάζουν οι πολιτικοί. Μέχρι σήμερα, κανείς δεν έκανε κάτι ουσιαστικό για να λύσει το πρόβλημα, κάτι που θα ελάφρυνε κάπως τα βάρη που έχουν επωμιστεί οι συνεπείς φορολογούμενοι. Αν θέλουν μπορούν. Οι τεχνικές δυνατότητες υπάρχουν. Θέλουν όμως; Ή μήπως τα πλοκάμια της διαπλοκής είναι τόσο ισχυρά που δεν τους αφήνουν; Η δεύτερη παρατήρηση που θέλω να κάνω, αφορά το ΔΝΤ. Στο βιβλίο, ο Π. Ρουμελιώτης, λίγο-πολύ «αθωώνει» το ΔΝΤ και ρίχνει μεγάλο βάρος της ευθύνης για την αποτυχία των μνημονίων, στους ηγέτες των εύρωστων οικονομικά χωρών της Ευρώπης, που αντιμετωπίζουν την Ελλάδα με τιμωρητική διάθεση. Όταν διάβαζα σχετικά χωρία, πίστευα ότι ο συγγραφέας, το κάνει επειδή υπήρξε στέλεχος του Ταμείου και ήθελε να το «προστατεύσει», παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία που παρέθετε για να υποστηρίξει αυτά που ισχυριζόταν, ήταν αρκετά ισχυρά. Οι τελευταίες όμως εξελίξεις, με τον «πόλεμο» που ξέσπασε ανάμεσα στο Ταμείο και τους Γερμανούς (κυρίως) και αφορά την Ελλάδα, με κάνει να αρχίζω να πιστεύω ότι μάλλον ο Π. Ρουμελιώτης έχει δίκιο.


6 Οκτ 2012

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟΥ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΥΣΣΑΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 174, Φεβρουάριος 2012


     Έξυπνο και γραμμένο με χιούμορ, είναι το τρίτο μυθιστόρημα του Δ. Φύσσα, που σας παρουσιάζω σήμερα. Αν και νομίζω ότι η κατάταξή αυτού του βιβλίου στα μυθιστορήματα, μάλλον το αδικεί. Ο Δ. Φύσσας, έχει γράψει περισσότερο ένα δοκίμιο για τη «μεγάλη και άκακη λόξα που λέγεται λογοτεχνία» και τη χαρά της ανάγνωσης, στο οποίο όμως έδωσε τη μορφή μυθιστορήματος. Και στο οποίο όταν του δίνεται ευκαιρία, παρωδεί ασυστόλως, ελαφρύνοντας με τον τρόπο αυτό το έργο του.
     Όλα ξεκίνησαν τον Σεπτέμβρη του 2004, όταν η 30χρονη Βάλια Σουρμελή, χαμηλά αμειβόμενη και σκληρά εργαζόμενη υπάλληλος σε εταιρία δημοσίων σχέσεων, απάντησε σε μια αγγελία αναρτημένη στο internet, που της κίνησε την περιέργεια: «Ζητείται άτομο με καλή φωνή και άρθρωση, για ανάγνωση λογοτεχνίας κοντά στην Κηφισιά. Αποκλείονται οι ηθοποιοί και κάθε είδους επαγγελματίες. Πενθήμερο, μισθός ικανοποιητικός και άλλες παροχές αναλόγως προσόντων. Μετακίνηση υποχρεωτικά με τον ηλεκτρικό. Τηλεφωνήστε για συνέντευξη και δοκιμή…». Η αγγελία αναρτήθηκε από τους συνεργάτες της Λόρας Μπραίμη, μιας καλλιεργημένης μεσήλικης αστής, που ζει σε βίλα της Πολιτείας κι έχει χάσει την όρασή της λίγο καιρό πριν κι έχει ουλές σε όλο της το σώμα, μετά από κάποιο δυστύχημα στο μετρό του Λονδίνου.
     Η Λόρα, δεν έχει οικογένεια. Ζει στο σπίτι με έναν ηλικιωμένο σκωτσέζο υπηρέτη, τον Ρόμπερτ, μια μαγείρισσα την Έλενα και μια καμαριέρα. «…η οικογένειά μου είναι ουσιαστικά όσοι βλέπεις εδώ. Το σπίτι μου και η οικογένειά μου ταυτίζονται. Και όπως σου ξανάπα, χαίρομαι που έχω πέντε δραχμές να συντηρώ αυτό το σπίτι και να αμείβω τους καλούς ανθρώπους που μου κάνουνε τη χάρη να με βοηθάνε και να με υπηρετούνε». Τώρα, θέλει να προσλάβει κάποιον, για να της διαβάζει τα βιβλία, που λόγω της απώλειας της όρασής της, δεν μπορεί. Η Βάλια κρίνεται ικανή για τη θέση κι αρχίζει να διαβάζει στην εργοδότρια-ακροάτριά της, αρχικά μόνο τα απογεύματα, αφού θέλησε να παραμείνει και στην πρωινή δουλειά της και στη συνέχεια αφού παραιτήθηκε από την εταιρία όπου εργαζόταν, όλη μέρα, πέντε μέρες της εβδομάδα πλην-υποχρεωτικά-σαββατοκύριακου. Κάθε Δευτέρα, αρχίζει από εκεί που σταμάτησε την Παρασκευή. Μαζί με τη Λόρα, «ακούμε» κι εμείς αποσπάσματα από δέκα συγγραφείς, έλληνες και ξένους. Στο τραπέζι του φαγητού, όπου παρακαθόταν τόσο η Λόρα, όσο και το υπηρετικό προσωπικό, συζητιούνται τόσο τα υπό ανάγνωση βιβλία, όσο και ζητήματα που άπτονται της λογοτεχνίας, ενώ γίνεται αναφορά και σε άλλους συγγραφείς.
     Ζώντας πλέον εν μέρει στη βίλα, η αναγνώστρια, ανακαλύπτει τη χαρά που προσφέρει το διάβασμα-μέχρι τότε χλεύαζε και αδιαφορούσε για τη λογοτεχνία-κι αρχίζει να καλλιεργείται, αλλάζοντας σε πολλά πεδία ταυτόχρονα. Συγχρόνως, αναπτύσσει στενή σχέση με τη Λόρα και το προσωπικό.
     Ωστόσο το γεγονός ότι τα σαββατοκύριακα τη διώχνουν υποχρεωτικά και της απαγορεύουν ακόμα και να προσεγγίσει τη βίλα, της εξάπτει την περιέργεια και την κάνει να αναρωτιέται τι περίεργο συμβαίνει εκεί στο τέλος κάθε εβδομάδας. Μέχρι που μια Δευτέρα αντιλαμβάνεται, από ένα άγαρμπο σημάδι σ’ ένα βιβλίο, ότι εμφανίστηκε και αναγνώστης του σαββατοκύριακου!
     Το βιβλίο, που είναι ευκολοδιάβαστο και διανθισμένο με πινελιές χιούμορ, είναι σίγουρο ότι θα σας προσφέρει ώρες αναγνωστικής απόλαυσης. Σε πολλά σημεία δε, θα αντιληφθείτε όπως κι εγώ, ότι ο συγγραφέας μας κλείνει πονηρά το μάτι, αφού είμαστε όλοι «συνένοχοι» στην «λόξα της λογοτεχνίας».
    Ο Δημήτρης Φύσσας, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία και Πολιτικές Επιστήμες. Πέρασε από τα κόμματα της Αριστερά, έγραψε εφτά βιβλία, άσκησε ετερόκλητα επαγγέλματα κι απέκτησε τρία παιδιά και δύο εγγόνια.


27 Σεπ 2012

22/11/63
ΣΤΙΒΕΝ ΚΙΝΓΚ
Μετάφραση: ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΠΑΝΔΩΝΗΣ
Εκδόσεις BELL
Σελ. 837, Σεπτέμβριος 2012

     Στις 23 Νοεμβρίου του 1963, στο Ντάλας του Τέξας, δολοφονήθηκε ο τότε πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζον Κένεντι. Η σκηνή καταγράφηκε από πολλές κάμερες που κάλυπταν το γεγονός της επίσκεψης του προέδρου και νομίζω ότι οι περισσότεροι την έχουμε παρακολουθήσει. Δεν θα διεκδικήσω δάφνες πρωτοτυπίας λέγοντας ότι το γεγονός της δολοφονίας, ήταν από τα πιο σημαντικά του αιώνα. Ούτε λέγοντας ότι αν εκείνη τη μέρα ο πρόεδρος Κένεντι δεν έπεφτε νεκρός, θα ζούσαμε σήμερα σε ένα διαφορετικό κόσμο. Δεν ξέρω αν θα ήταν καλύτερος ή χειρότερος, σίγουρα όμως δεν θα ήταν ο ίδιος.
     Η δολοφονική επίθεση, απασχόλησε πολλούς ερευνητές και ακόμη και σήμερα, βλέπουν το φως της δημοσιότητας διάφορες εκδοχές, αφού το επίσημο πόρισμα που κατονόμαζε σα δολοφόνο τον Λη Χάρβεϊ Όσβαλντ, ήταν διάτρητο. Ο κάθε ερευνητής, με λογικά ή λιγότερο λογικά επιχειρήματα, προσπαθεί να πείσει για την ορθότητα της άποψής του. Γράφτηκαν βιβλία, γυρίστηκαν ταινίες, ντοκιμαντέρ και γενικά η υπόθεση απασχολεί ανθρώπους ακόμη και σήμερα.
     Ο Σ. Κινγκ, εξετάζει το γεγονός, από μια διαφορετική, ας πούμε «μεταφυσική» σκοπιά. Ο 35χρονος καθηγητής αγγλικής φιλολογίας Τζέικ Έπινγκ, ζει ήσυχα στο Λίσμπον Φολς του Μεην. Κάπου-κάπου γευματίζει στο μαγαζί του Αλ Τέμπλτον και με την πάροδο των ετών, ανέπτυξαν φιλική σχέση. Ξαφνικά, μια μέρα, βρήκε το μαγαζί κλειστό και τον Αλ σε άσχημη κατάσταση: «…ο Αλ ήταν σοβαρά άρρωστος. Το είδα με την πρώτη. Θανάσιμα άρρωστος θα έλεγα…Ο Αλ Τέμπλτον, είχε αντικατασταθεί από ένα άρρωστο, γερασμένο, φάντασμα». Τότε ο Αλ του εκμυστηρεύτηκε ένα μυστικό. Η αποθήκη του μικρού εστιατορίου του, είναι μια πύλη στο χρόνο! Βγάζει σε μια συγκεκριμένη μέρα του 1958. Ο Αλ κάνει στον Τζέικ μια παράξενη πρόταση: να γυρίσει στο παρελθόν και να προσπαθήσει ν’ αποτρέψει τη δολοφονία του προέδρου Κένεντι, επειδή ο ίδιος, λόγω της κακής κατάστασης της υγείας του, δεν θα τα καταφέρει!! «Αν ήθελες ποτέ σου ν’ αλλάξεις τον κόσμο, να η ευκαιρία σου. Σώσε τον Κένεντι. Σώσε τον αδερφό του. Σώσε τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Εμπόδισε τις φυλετικές ταραχές. Εμπόδισε, ίσως και το Βιετνάμ».
     Ο Τζέικ, μετά το αρχικό ξάφνιασμα, δέχεται. Κι έχει πολλούς λόγους για να το κάνει. Έτσι ξεκινά μια καινούρια ζωή, σε μια Αμερική πιο συντηρητική, στον κόσμο του Άιζενχάουερ κι ενός νεαρού τραγουδιστή από το Μέμφις, του Έλβις, όπου τα αμερικάνικα αυτοκίνητα είναι τεράστια, τα κορίτσια φοράνε σοσόνια, τα αγόρια έχουν στρατιωτικό κούρεμα, οι τηλεοράσεις είναι σα ντουλάπια και το κάπνισμα επιτρέπεται παντού.
     Σ’ αυτόν τον κόσμο, στον οποίο ο Κένεντι είναι ακόμη ένας νεαρός γερουσιαστής, ο Τζέικ συστήνεται με άλλο όνομα, πιάνει δουλειά σε σχολείο κι ερωτεύεται επικίνδυνα μια όμορφη βιβλιοθηκάριο. Δεν ξεχνά όμως την «αποστολή» του. Παρακολουθεί στενά τον Όσβαλντ και κάθε βήμα οδηγεί στο Ντάλας, όπου η Ιστορία μπορεί να πάψει πια να είναι όπως την ξέρουμε αν και «…το παρελθόν δε θέλει να το αλλάζουν. Όταν προσπαθείς να το κάνεις σε πολεμάει. Κι όσο μεγαλύτερη είναι η πιθανή αλλαγή, τόσο πιο σκληρά σε πολεμάει».
     Δεν είμαι φαν των ιστοριών του φανταστικού. Όμως το συγκεκριμένο βιβλίο με σαγήνευσε και με συνάρπασε. Η γραφή και η κλιμάκωση της ιστορίας είναι με τέτοιο τρόπο δοσμένη, ώστε αν και ξέρεις ενδόμυχα ότι αυτά δεν είναι δυνατό να συμβούν, εν τούτοις κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης δεν αμφισβητείς το βασικό εύρημα του βιβλίου, το ταξίδι στο χρόνο. Γι’ αυτό εξάλλου και ο Κινγκ, θεωρείται κορυφαίος στο είδος. Η δυνατότητά του να πείθει και να κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι μοναδική. Ενδιαφέρον βιβλίο για όλους, αλλά must για τους φανατικούς του είδους.


21 Σεπ 2012

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΓΛΑΡΟΥ

ΑΝΤΡΕΑ ΚΑΜΙΛΛΕΡΙ
Μετάφραση: ΦΩΤΕΙΝΗ ΖΕΡΒΟΥ
Εκδόσεις: ΠΑΤΑΚΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Ορισμένες σκέψεις μου, για την-αγαπημένη μου-αστυνομική λογοτεχνία και την αντιμετώπισή της από διάφορους κριτικούς, ιδιαίτερα στο παρελθόν, τις έχω αναφέρει στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο Άνθρωπος Από Το Πεκίνο». Ανάμεσα στα άλλα, έγραψα ότι ο συγγραφέας εκείνου του βιβλίου, συγκαταλέγεται ανάμεσα στους αγαπημένους μου στο συγκεκριμένο είδος και ότι έχω διαβάσει όλα τα βιβλία του που έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Το ίδιο συμβαίνει και με τον συγγραφέα του βιβλίου που παρουσιάζω σήμερα, τον Αντρέα Καμιλλέρι. Επίσης έγραψα ότι μου αρέσει το γεγονός, ότι πολλοί συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, δε διστάζουν στα βιβλία τους, να θίξουν προβλήματα ευρύτερα, που ταλανίζουν τις κοινωνίες.
     Στο συγκεκριμένο βιβλίο, οι περιπέτειες του βασικού χαρακτήρα, του ιδιόρρυθμου αστυνόμου Σάλβο Μονταλμπάνο-είναι «πρωταγωνιστής» σε δεκαεννέα από τα βιβλία του συγγραφέα-ξεκινούν όταν ο συνεργάτης του, επιθεωρητής Φάτσιο, εξαφανίζεται μυστηριωδώς. Έχει μέρες να εμφανιστεί στο αστυνομικό τμήμα της Βιγκάτα, αλλά και στο σπίτι του. Ο Μονταλμπάνο, προσπαθώντας να λύσει το πρόβλημα και να βρει το συνεργάτη του, θα μπει σε έναν κόσμο, στον οποίο πτώματα ανακαλύπτονται και ανασύρονται μέσα από ξερά πηγάδια που βρίσκονται σε περιοχές έρημες και άγριες, περιλαμβάνει αμφιλεγόμενες υπάρξεις που έχουν θλιβερά πάθη, διενεργείται εμπόριο χημικών όπλων στο οποίο εμπλέκονται ανήθικοι πολιτικοί και στον οποίο ανακαλύπτει παράξενα αντικείμενα όπως κιάλια, τηλεσκόπια, αισχρά αντικείμενα βασανισμού και ανήθικου απάνθρωπου εξαναγκασμού.
     Παράλληλα με την περιγραφή των ερευνών του αστυνόμου, ο συγγραφέας κάνει αναφορά στις υπηρεσίες της χώρα του, για τις οποίες δεν έχει και την καλύτερη άποψη: «Λειτουργεί τίποτα στην Ιταλία, υπάρχει κάτι που να αναχωρεί και να φτάνει στην ώρα του; Τα τρένα έφταναν καθυστερημένα, τα αεροπλάνα το ίδιο, μόνο με τη βοήθεια του Θεού τα πλοία σαλπάρουν από τα λιμάνια, καλύτερα να μην αναφερθούμε στα ταχυδρομεία, τα δημόσια έργα καθυστερούν πέντε έως δέκα χρόνια, περνούσαν δεκαετίες μέχρι να ψηφιστούν καινούριοι νόμοι, δίκες αναβάλλονταν συνεχώς…».
    Κι αν αυτά φαίνονται τραγικά οικεία και γνωστά, διαβάστε τι γνώμη έχει για το πολιτικό προσωπικό και τους διάφορους φορείς και είμαι σίγουρος ότι, αν και αναφέρεται σε άλλη χώρα, δεν απέχει πολύ από τη δική σας άποψη για τη δική μας χώρα: «Η κυβέρνηση φλυαρούσε, η αντιπολίτευση φλυαρούσε, η Εκκλησία φλυαρούσε, η Συνομοσπονδία Ιταλικής Βιομηχανίας φλυαρούσε, τα συνδικάτα φλυαρούσαν, κι έπειτα φλυαρούσαν για ένα διάσημο ζευγάρι που χώριζε, για ένα φωτογράφο ο οποίος απαθανάτιζε εικόνες που δεν έπρεπε, για τον πιο πλούσιο και ισχυρό άντρα της χώρας, η γυναίκα του οποίου για να τον εκθέσει είχε γράψει δημόσια κάποιες λέξεις που είχε πει εκείνος σε μια άλλη γυναίκα, φλυαρούσαν ασταμάτητα για τους εργάτες που έπεφταν από τις σκαλωσιές σαν ώριμα φρούτα, για τους λαθρομετανάστες που πνίγονταν στη θάλασσα, για τους συνταξιούχους που φυτοζωούσαν, για τα παιδάκια που βιάζονταν. Φλυαρούσαν πάντα και παντού για όλα τα προβλήματα, αλλά ήταν όλες ανούσιες συζητήσεις, καμιά δεν κατέληγε σε κάποιο συγκεκριμένο μέτρο».
     Αυτή η παράθεση απόψεων βέβαια, δεν αποβαίνει σε βάρος της εξέλιξης του μύθου, αλλά εντάσσεται μέσα σ’ αυτόν. Ένα ακόμα απολαυστικό βιβλίο από τον μεγάλο ιταλό συγγραφέα.
     Ο Αντρέα Καμιλλέρι, που είναι σήμερα ο πιο πολυδιαβασμένος Ιταλός συγγραφέας, είναι μια μάλλον ιδιάζουσα περίπτωση. Γεννήθηκε το 1925 στη Σικελία και για βιοποριστικούς λόγους, δεν είχε γράψει ούτε μία γραμμή στη ζωή του. Όταν αποφάσισε στα εξήντα του να αφοσιωθεί στο γράψιμο, έγινε αμέσως ένα μοναδικό εκδοτικό φαινόμενο. Ολόκληρη η Ιταλία και στη συνέχεια οι αναγνώστες σε άλλες χώρες, αιχμαλωτίστηκαν απ’ αυτόν τον μεγάλο τεχνίτη της πλοκής. Στα ελληνικά κυκλοφορούν διηγήματα και είκοσι τρία μυθιστορήματά του, τα περισσότερα από τις εκδόσεις Πατάκη.

10 Σεπ 2012

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΚΙΝΟ
ΧΕΝΙΝΓΚ ΜΑΝΚΕΛ
Μετάφραση: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΟΥΞΗΣ
Εκδόσεις ΨΥΧΟΓΙΟΣ
Σελ. 547, Ιούνιος 2012

     Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, η αστυνομική λογοτεχνία, αντιμετωπιζόταν με απαξίωση, ως ένα υποδεέστερο λογοτεχνικό είδος ή καλύτερα ούτε καν ως λογοτεχνία. Ειδικά στην Ελλάδα οι «σοβαροί» κριτικοί, δεν έριχναν ούτε ένα βλέμμα στα βιβλία του είδους. Για να πούμε βέβαια και «του στραβού το δίκιο», η τότε εκδοτική πρακτική είχε δώσει πολλές αφορμές: ένας σωρός από κακομεταφρασμένα και λάθος επιλεγμένα βιβλία, φτηνιάρικες και κακοσχεδιασμένες εκτυπώσεις, που έδιναν την εντύπωση πως τίποτα καλό δεν υπάρχει εκεί. Έτσι ανάμεσα στα ξερά καίγονταν και τα χλωρά (όπου «χλωρά» τα έργα των μεγάλων συγγραφέων του είδους). Τα τελευταία χρόνια τα πράγματα άλλαξαν. Η επιλογή των τίτλων είναι πιο προσεκτική, οι μεταφράσεις πολύ καλές και η εκτύπωση των βιβλίων προσεγμένη. Παράλληλα, οι νεώτεροι συγγραφείς του είδους, πολλές φορές στα βιβλία τους, εκτός από την ανάπτυξη του μύθου, εντάσσουν και θέματα που απασχολούν την κοινωνία είτε σε τοπικό επίπεδο είτε γενικότερα.

      Όπως έγραφα και σε προηγούμενη παρουσίαση, τα ηνία στην αστυνομική λογοτεχνία στην Ευρώπη, μετά τους άγγλους συγγραφείς, έχουν αναλάβει οι σκανδιναβοί. Ένας από τους παλιούς και πολυγραφότερους, είναι ο Χένινγκ Μανκέλ, ο οποίος σε όλα τα βιβλία του, εντάσσει κριτική και σχολιασμό των κακώς κειμένων, τόσο στη Σουηδία, όσο και αλλού και είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχω διαβάσει όλα του τα βιβλία που κυκλοφορούν στα ελληνικά.

     Στο βιβλίο που θα μας απασχολήσει σήμερα, όλα ξεκινούν με την άγρια δολοφονία τον Ιανουάριο του 2006 στο μικρό σουηδικό χωριό Χεχουεβάλεν, δεκαεννέα ηλικιωμένων κατοίκων! «…ποια αδικία θα μπορούσε μα απαιτεί μια τόσο δραματική εκδίκηση; Ποιος θα είχε οικονομική οφέλη σκοτώνοντας κάμποσους συνταξιούχους σε ένα χωριουδάκι του βορρά, που βρίσκονταν έτσι κι αλλιώς πολύ κοντά στο θάνατο;»

     Στην υπόθεση εμπλέκεται η δικαστής Μπιργκίτα Ρόσλιν, συγγενείς της οποίας είναι κάποιοι από τους δολοφονημένους (το ζεύγος Αντρέν). Τα πράγματα χειροτερεύουν όταν η δικαστής μαθαίνει ότι τα μέλη μιας ακόμα οικογένειας Αντρέν που ζουν στη Νεβάδα των ΗΠΑ, έχουν επίσης δολοφονηθεί. Τότε ανάμεσα στα έγγραφα που το ζεύγος Αντρέν κρατούσε στο σπίτι του, ανακαλύπτει το ημερολόγιο ενός προγόνου της, που το 19ο αιώνα, δούλευε ως επιστάτης στην κατασκευή του αμερικανικού σιδηροδρόμου, ο οποίος περιγράφει τις άθλιες συνθήκες ζωής των κινέζων εργατών, που θέλοντας και μη, εργάστηκαν σ’ αυτό το έργο. «Όλα αυτά έγιναν το καλοκαίρι του 1863. Μια χρονιά που χιλιάδες κινέζοι χωρικοί απήχθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αμερική, η οποία τους κατάπιε με τα αχόρταγα σαγόνια της. Εκεί τους περίμενε ο ίδιος μόχθος από τον οποίο ονειρεύονταν να ξεφύγουν». Έτσι ενώ η αστυνομία είναι στο σκοτάδι, αφού δεν έχει κανένα στοιχείο στην κατοχή της κι επιμένει ότι μόνο ένας παράφρων θα μπορούσε να διαπράξει το μακελειό στο Χεχουεβάλεν, η Μπιργκίτα είναι αποφασισμένη ν’ αποκαλύψει μια πολύ πιο περίπλοκη πραγματικότητα. «Τότε συνειδητοποίησε πως ούτε αυτή ούτε η αστυνομία είχαν αντιληφθεί το μέγεθος και τη σημασία των γεγονότων. Αυτή η υπόθεση ήταν πιο μεγάλη, πιο βαθιά και πιο μυστηριώδης απ’ όσο είχαν φανταστεί». Η έρευνά της, την οδηγεί στις υψηλές σφαίρες εξουσίας στο σύγχρονο Πεκίνο και ο Μανκέλ με αυτή την ευκαιρία, κάνει-μέσα από την εξέλιξη του μύθου-μια ανάλυση του οικονομικού «θαύματος» της Κίνας και του αγώνα που μαίνεται στα παρασκήνια του κινεζικού Κομμουνιστικού κόμματος, για τη νομή της εξουσίας, που θα ζήλευαν πολλοί οικονομικοί και πολιτικοί αναλυτές. Με την ίδια οξυδέρκεια κρίνει και την κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα της Σουηδίας –όπως σε κάθε του βιβλίο-δίνοντας ιδιαίτερο βάρος αυτή τη φορά στο σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Κι όλα αυτά, μέσα από την εξέλιξη μιας συναρπαστικής αστυνομικής ιστορίας, που δε θα σας επιτρέψει εύκολα να αφήσετε το βιβλίο από τα χέρια σας.

     Ο Χένινγκ Μανκέλ, γεννήθηκε το 1948 στη Σουηδία. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 35 γλώσσες κι έχουν τιμηθεί με πολλά βραβεία. Στα ελληνικά κυκλοφορούν δέκα μυθιστορήματα, όλα από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

27 Αυγ 2012

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
ΜΕΤΙΝ ΑΡΝΤΙΤΙ
Μετάφραση: ΡΙΤΑ ΚΟΛΑΙΤΗ
Εκδόσεις ΚΑΛΕΝΤΗΣ
Σελ. 319, Μάρτιος 2012

     Στην Έξοδο και στο Δευτερονόμιον, αναφέρεται: «Μη κάμης εις σεαυτόν είδωλον, μηδέ ομoίωμα τινός, όσα είναι εν τω ουρανώ άνω, ή όσα είναι εν τη γη κάτω, ή όσα είναι εν τοις ύδασιν υποκάτω της γης. Μη προσκυνήσεις αυτά μηδέ λατρεύσεις αυτά». Αυτή η επιταγή του Νόμου, σημαίνει ότι κανείς ευσεβής εβραίος, δεν μπορεί να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, τη γλυπτική και τις εικαστικές γενικά Τέχνες.
     Ο Ελί Σοριάνο, είναι ένας νεαρός εβραίος που ζει στην Κωνσταντινούπολη, λίγα χρόνια μετά την άλωση (1531). Η ζωγραφική είναι το μεγάλο πάθος της ζωής του ή καλύτερα, η ίδια του η ζωή. Έφτανε να δει κάτι για λίγα λεπτά, για να το αναπαραστήσει με κάθε λεπτομέρεια και σε ελάχιστο χρόνο. Ζωγραφίζει διαρκώς, είτε σε κάθε κατάλληλη επιφάνεια, είτε μέσα στο μυαλό του! «…ο Ελί έκλεισε τα μάτια και σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια του. Έπειτ’ από λίγο, είδε το δεξί του χέρι να σκιτσάρει το ωοειδές περίγραμμα ενός προσώπου. Με μια κίνηση αργή και συγκρατημένη, τράβηξε μια γραμμή, έπειτα μιαν άλλη, έπειτα άλλη μιαν ακόμα, με τρόπο όλο και πιο γρήγορο, όλο και πιο σίγουρο, μέχρι που ένα πορτρέτο εμφανίστηκε στα μάτια του τόσο καθαρά θαρρείς και το είχε μπροστά του». Αυτό το πάθος του όμως, δεν είναι αποδεκτό από την εβραϊκή κοινότητα και ο ραβίνος πολλές φορές προσπάθησε να τον «συνετίσει».
     Για να καταφέρει να ασχοληθεί με τη ζωγραφική, αποφασίζει να το σκάσει και πάει στη Βενετία, όπου συστήνεται ως έλληνας της Κωνσταντινούπολης με το όνομα Ηλίας Τρωιάνος. Εκεί λόγω της ανατολίτικής «καταγωγής» του, αποκτά το προσωνύμιο «Τουρκάκι». Το εκπληκτικό ταλέντο του, γίνεται γρήγορα αντιληπτό και μπαίνει ως μαθητευόμενος στο εργαστήριο του μεγάλου δάσκαλου Τιτσιάνο.
     Μετά τη μαθητεία του, αφού έγινε μέλος της συντεχνίας και άνοιξε το δικό του εργαστήριο, παντρεύτηκε τη Στεφανία, την όχι και τόσο έξυπνη κόρη ενός ευγενούς. Ο γάμος, του άνοιξε νέες προοπτικές, αφού είχε πιο εύκολη πρόσβαση στην αριστοκρατία της Βενετίας. Οι παραγγελίες πέφτουν «βροχή» και ο Ελί-Ηλίας, θεωρείται από τους μεγαλύτερους ζωγράφους της Γαληνοτάτης.
     Όμως, άθελά του, μπλέκεται στις αντιπαλότητες και τους ανταγωνισμούς της βενετσιάνικης αριστοκρατίας, όταν καλείται να ζωγραφίσει έναν Μυστικό Δείπνο. Αρχίζουν έρευνες για το παρελθόν του, η αποκάλυψη του οποίου μπορεί να του κοστίσει την ίδια του τη ζωή.
     Ο Μ. Αρντιτί, έγραψε ένα εκπληκτικό βιβλίο, που εκτός από το μύθο που είναι εξαιρετικά δομημένος και τις ολοζώντανες εικόνες των δύο πόλεων που δίνει, θίγει ένα σωρό ζητήματα: την καλλιτεχνική ελευθερία, των πρωτοπορία, το πάθος του δημιουργού, τις θρησκευτικές ελευθερίες, την ανοχή και την αποδοχή του «άλλου». Σπουδαίο ανάγνωσμα από έναν εξαιρετικό συγγραφέα.


15 Αυγ 2012

Η ΧΗΡΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ
ΦΙΛOΜΗΛΑ ΛΑΠΑΤΑ
Eκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 313, Ιούνιος 2012

     Το βιβλίο στο οποίο θα αναφερθώ σήμερα, αποτελεί συνέχεια του «Η Ξυπόλητη Των Αθηνών», το οποίο είχε κυκλοφορήσει πριν από δύο χρόνια. Είναι όμως έτσι δομημένο, ώστε ακόμη κι αν ο αναγνώστης δεν το έχει διαβάσει, δεν θα δυσκολευτεί να παρακολουθήσει την –ας μου επιτραπεί ο αδόκιμος όρος- «αυτοτελή συνέχεια».
     Στην Αθήνα του 1902, η πανέμορφη Λάουρα Αλφιέρι, είχε αναγκαστεί, για να σώσει την αριστοκρατική οικογένειά της από την οικονομική καταστροφή, να παντρευτεί τον ταπεινής καταγωγής αλλά αυτοδημιούργητο εφοπλιστή Φίλιππο Ρώμα. Αφού για μερικούς μήνες του έκανε το βίο αβίωτο με την συμπεριφορά της, στο τέλος θα αντιληφθεί την καλοσύνη και το μεγαλείο της ψυχής του και θα τον αγαπήσει με όλη τη δύναμη της καρδιάς της. «Επτά χρόνια γάμου στον επίγειο παράδεισο που της εξασφάλιζε καθημερινά η αγάπη του, εκ των οποίων τα δύο-αν υπολογίσει τους οκτώ μήνες του αρραβώνα-είχαν σπαταληθεί σε ένα γιγάντιο κύμα θυμού, οργής, πείσματος και απόγνωσης από μέρους της…».
     Ένα πρωινό του 1909, ενώ ο Ρώμας πηγαίνει όπως κάθε μέρα στο γραφείο του, η καρδιά του θα τον «προδώσει». Η Λάουρα ζει τον απόλυτο πόνο, βιώνει τη μέγιστη απώλεια και αρχικά μπαίνει σε μια κατάσταση άρνησης της πραγματικότητας.
     Μήνες μετά, κι ενώ οι δικοί της ανησυχούν για την ψυχική και σωματική της υγεία, αποφασίζει να μετακομίσει από το μέγαρο που βρίσκεται στο κέντρο της Αθήνας, στον Πειραιά. «Θα μετακομίσει στον Πειραιά, μακριά από την Αθήνα, από όλους και όλα όσα της θυμίζουν τις ευτυχισμένες μέρες που δεν θα επιστρέψουν πια. Ο Πειραιάς είναι γη ουδέτερη. Φυλάει λιγότερες αναμνήσεις». Εκεί η πάντα όμορφη «χήρα του Πειραιά», θα προσπαθήσει να ξαναβρεί τον εαυτό της και τη δύναμη για να σώσει από την καταστροφή και την κατάρρευση την επιχείρηση του άντρα της. Εκεί θα αναρωτηθεί ακόμη, αν η ζωή δίνει μια δεύτερη ευκαιρία.
     Πρόκειται για ένα καλογραμμένο μυθιστόρημα, το οποίο, όπως γράφω και στην αρχή, αν και αποτελεί συνέχεια, διαβάζεται αυτοτελώς. Τα πλούσια συναισθήματα που κατακλύζουν τους χαρακτήρες, περιγράφονται με τρόπο μοναδικό. Ο πόνος της απώλειας και οι σκέψεις σχετικά με τη ζωή και το θάνατο, δίνονται εξαιρετικά από τη συγγραφέα. Όπως επίσης και η δύναμη που ο καθένας αντλεί μετά από τέτοιο πόνο, απ’ όπου μπορεί, για να κάνει το επόμενο βήμα, και να πάει τη ζωή του παρακάτω.
     Εκτός από όλα τα παραπάνω, εκπληκτική είναι και η περιγραφή της Αθήνας και του Πειραιά της εποχής. Με πολλά πραγματολογικά στοιχεία, που δημιουργούν μια εντυπωσιακή τοιχογραφία ενός τόπου, στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
     Ακόμη, το αμφίσημο τέλος, ίσως μας προϊδεάζει για μια ακόμη συνέχεια που θα εξετάζει την πορεία της Λάουρας, τα χρόνια που ακολούθησαν.
     Η Φιλομήλα Λαπατά, γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Δημόσιες Σχέσεις και εργάστηκε στον ιδιωτικό τομέα. Ζει μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα «Οι Κόρες Του Νερού» (2002), «Lacryma Christi-Το Δάκρυ Του Χριστού» (2004), «Εις Το Όνομα Της Μητρός» (2005), «Επικίνδυνες Λέξεις» (2007) και «Η Ξυπόλητη Των Αθηνών» (2010). Τιμήθηκε στην Ιταλία το 2005 με το βραβείο «Citta Di Bacoli» και το 2006 με το Premio Internazionale Per La Cultura «Seberia-Ter».

9 Αυγ 2012

ΤΟ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
ΠΟΛΥΧΡΟΝΗΣ ΕΝΕΠΕΚΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΕΣΤΙΑ
Σελ. 240, 1996

     Δεν ξέρω αν οι εμπειρίες που αποκτούμε με το πέρασμα του χρόνου, μας κάνουν πιο σοφούς. Σίγουρα όμως, μας κάνουν διαφορετικούς. Μας αλλάζουν. Και μαζί αλλάζουν την οπτική που έχουμε για πολλά πράγματα. Ένα από αυτά είναι τα αναγνώσματά μας. Αλλιώς προσλαμβάναμε ένα βιβλίο πριν από 15 χρόνια κι αλλιώς σήμερα.
     Το βιβλίο που σας παρουσιάζω σήμερα, είναι η εξαίρεση. Είναι μια μελέτη η οποία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1969 και σε δεύτερη επαυξημένη έκδοση το 1996. Είχα διαβάσει όταν κυκλοφόρησε τη δεύτερη έκδοση και την ξαναδιάβασα πριν από λίγες μέρες. Ήταν το ίδιο συγκλονιστική και στην πρώτη και στη δεύτερη ανάγνωση.
     Αναφέρεται στις περιπέτειες των Εβραίων της Ελλάδας, στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, όχι μόνο στη Θεσσαλονίκη, για την περίπτωση της οποίας η σχετική βιβλιογραφία είναι σχετικά μεγαλύτερη, αλλά και σε άλλες περιοχές. «Κατά την απογραφήν του 1931 εζούσαν εις την Ελλάδα, 62.700 Εβραίοι. Κατά τους επισήμους υπολογισμούς των Συμμάχων, ευρίσκοντο εν ζωή το 1945 ολιγώτεροι από 10.000 Έλληνες Εβραίοι». Πέρα από όσους ζούσαν στη Θεσσαλονίκη (ήταν 56.000 και το 96% αυτών εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης), μεγάλες κοινότητες υπήρχαν στα Ιωάννινα και Κέρκυρα και μικρότερες στην Αθήνα, στη Στερεά και στην Πελοπόννησο. Από τους τελευταίους αρκετοί σώθηκαν ανεβαίνοντας στα βουνά.
     Αυτό όμως που έκανε αναγκαία την επανέκδοση του βιβλίου, είναι τα όσα δημοσιεύονται στο Παράρτημα (για πρώτη φορά) και αφορούν την τύχη των Εβραίων της Κρήτης. «Στις 7 Ιουνίου 1944 οι Γερμανοί σχημάτισαν μια φάλαγγα από 250 Κρητικούς και 350 Εβραίους της Κρήτης…τους επιβίβασαν στο ατμόπλοιο Δανάη (με γερμανική σημαία), το οποίο απέπλευσε αμέσως. Όταν έφθασε κοντά στη Σαντορίνη, η φρουρά και το πλήρωμα του πλοίου επιβιβάστηκαν σε βάρκες και το βούλιαξαν, άγνωστο πως, παίρνοντας μαζί του πεντακόσιες ψυχές στο βυθό της θάλασσας». Στο Παράρτημα δημοσιεύονται ακόμη έγγραφα που αφορούν την κλιμάκωση των διώξεων κατά των Εβραίων στην Κρήτη κι ένας αναλυτικός κατάλογος που περιλαμβάνει τα ονόματα των Εβραίων των Χανίων, οι περισσότεροι από τους οποίους πνίγηκαν στο Αιγαίο, εξ αιτίας της ναζιστικής βαρβαρότητας.
     Η ανάγνωση του βιβλίου θεωρώ πως είναι απαραίτητη από τον καθένα μας. Η εξόντωση των Εβραίων και των άλλων έγκλειστων στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κι αν έγινε στην Ευρώπη, αποτελεί ύβρη προς το δώρο της Ζωής και τον ανθρωπισμό. Βιβλία σαν αυτό, λειτουργούν ως μια αιχμηρή υπενθύμιση ενός τερατώδους εγκλήματος που κάποιοι, ξένοι και ντόπιοι, με τη βοήθεια και του χρόνου που μας απομακρύνει από τη φρίκη των γεγονότων, θέλουν να μας πείσουν να ξεχάσουμε.
     Ο ομότιμος καθηγητής του πανεπιστήμιου της Βιέννης, Πολυχρόνης Ενεπεκίδης, γεννήθηκε το 1919. Σπούδασε στα πανεπιστήμια Αθήνας, Βιέννης και Παρισίων και αφιερώθηκε στην εξονυχιστική έρευνα των ευρωπαϊκών αρχείων και των χειρογράφων συλλογών για να απαλλάξει την ελληνική ιστορία από εσκεμμένες διαστρεβλώσεις και τις ανεξέλεγκτες παραδόσεις. Οι γλαφυρές του διαλέξεις ανά την υφήλιο, δημιούργησαν ένα νέο τρόπο επικοινωνίας του επιστήμονα με το μεγάλο κοινό: χωρίς να νοθεύεται η νέα ιστορική γνώση, επιστρέφεται στο λαό που δημιούργησε τα γεγονότα. Είναι συγγραφέας πολλών ιστορικών μελετών.

29 Ιουλ 2012

Η ΕΝΟΧΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ
ΙΩΑΝΝΑ ΜΠΟΥΡΑΖΟΠΟΥΛΟΥ
Εκδόσεις ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗΣ
Σελ. 397, Μάρτιος 2011

     Είναι ορισμένα-λίγα-βιβλία, που από τις πρώτες σελίδες σε συναρπάζουν και σου δίνουν την αίσθηση ότι αυτό που ακολουθεί είναι απολαυστικό. Μου συμβαίνει σπάνια να έχω αυτή την αίσθηση. Τα περισσότερα βιβλία, αποκτούν ενδιαφέρον όσο προχωρά η ανάγνωση. Και να που αυτή η αίσθηση μου δόθηκε με το μυθιστόρημα της Ιωάννας Μπουραζοπούλου.
     Βρισκόμαστε σε μια φανταστική Ευρώπη, όπου μετά από αναίμακτη επανάσταση, το παλιό καθεστώς έχει καταλυθεί κι έχει αντικατασταθεί από τη Συντεχνιακή Δημοκρατία. Οι άνθρωποι ανήκουν σε συγκεκριμένες κάστες, στις οποίες κατατάσσονται λόγω οικογενειακών καταβολών και οι οποίες καθορίζουν τον επαγγελματικό τους προσανατολισμό. Η αποχώρηση από την κάστα και η ένταξη σε διαφορετική αποτελεί όνειδος τόσο για τον «αποστάτη», όσο και για την οικογένεια, αλλά και την κάστα. Η έννοια του «πολίτη» έχει αντικατασταθεί από αυτή του «επαγγελματία». 
     Ο Ιωσήφ Εράλης, είναι μπαρμπέρης νεκρών και ανήκει στην έσχατη βαθμίδα της κάστας των καλλιτεχνών. «Το φθαρμένο του κουστούμι βαμμένο αδέξια στο χρώμα των μπαρμπέρηδων-το γαλάζιο της ακουαμαρίνας-η μπογιά δεν είχε πιάσει στα μανίκια, δείγμα ανέχειας μα επιμονής, και την τσάντα με το έμβλημα της κατώτερης καλλιτεχνικής συντεχνίας, εκείνης των κουρέων για πτώματα, Ντυμένος στο γαλάζιο του νεκρομπαρμπέρη, της φαινόταν σαν ελάφι ντυμένο με τομαριά γουρουνιού».
     Ο φίλος του, που είναι γνωστός με το όνομα Πελαργός, είναι εκφωνητής επικήδειων. «Οι εκφωνητές επικήδειων είναι η ταπεινότερη συντεχνία των Διανοούμενων, φλύαροι και μονότονοι, απαγγέλουν κατευόδια που μόνο οι ίδιοι καταλαβαίνουν και δύσκολα τους ξαναφέρνεις στο νου μετά την κηδεία. Παρ’ όλα αυτά, τους χρειάζεται η ψυχή στην έξοδό της απ’ το σώμα, γιατί ε επικήδειος είναι το λυχνάρι του νεκρού στο αφώτιστο κατώφλι του χάους».
     Στους δύο φίλους ανατίθεται μια περίεργη και ασυνήθιστη αποστολή: διορίζονται-ενώ οι ίδιοι νομίζουν ότι αποφασίζουν αυτοβούλως- από την Εθνοσυνέλευση, συνοδοί κάποιου αθώου κρατούμενου που αντιμετωπίζει την ποινή του θανάτου. Η δίκη του διεξάγεται δημόσια, όσο οι φίλοι οδηγούν το ειδικά διαμορφωμένο όχημα, απ’ τη μια άκρη της Ευρώπης στην άλλη. Στην πορεία τους, φιλοξενούνται από τις πόλεις-κάστρα, πόλεις-θέατρα, πόλεις-σανατόρια, πόλεις-μοναστήρια, πόλεις-βιβλιοθήκες, πόλεις-οίκοι ανοχής, που αποτελούν τις έδρες των αντίστοιχων συντεχνιών και παράλληλα είναι μέλη του δικαστηρίου (εισαγγελέας, συνήγορος υπεράσπισης κλπ). Ένορκοι είναι όλοι οι πολίτες οι οποίοι καλούνται να αποφανθούν υπέρ της αθωότητας ή της ενοχής του κατηγορούμενου και κατ’ επέκταση (με την τροπή που έχει δώσει στη δίκη η Εθνοσυνέλευση), το μέλλον του καθεστώτος.
     Το βιβλίο βρίθει αλληγοριών και συμβολισμών. Κι επειδή ο κάθε αναγνώστης «ερμηνεύει» τις αλληγορίες και τους συμβολισμούς με βάση τις εμπειρίες και το υπόβαθρό του, δεν θέλω να προκαταλάβω κανέναν, δίνοντας τις δικές μου «ερμηνείες». Αυτό που μπορώ όμως να κάνω χωρίς κανένα ενδοιασμό, είναι να σας προτείνω να διαβάσετε αυτό το μυθιστόρημα, που είναι κάτι ανάμεσα στο πολιτικό θρίλερ και το γοτθικό παραμύθι. Θα προβληματίσει, θα «θυμίσει» καταστάσεις πολύ οικείες και σημερινές, θα ταράξει πολλές βεβαιότητες για την αστική δημοκρατία, τη θρησκεία, τη φιλοσοφία και άλλες εκφάνσεις της ζωής. Αλλά πάνω και πέρα από αυτά, θα σας συναρπάσει αφού είναι ένα εμπνευσμένο, ευρηματικό και καλογραμμένο μυθιστόρημα, με σφιχτοδεμένη δομή, εικόνες που παραπέμπουν ενίοτε στον κινηματογράφο, με πλοκή και χαρακτήρες που μας είναι «ξένοι», αλλά ταυτόχρονα τόσο οικείοι. Ένα βιβλίο που θα ανακαλείτε ξανά και ξανά για πολύ καιρό μετά την ανάγνωσή του.
     Η Ιωάννα Μπουραζοπούλου, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Συγγραφεί μυθιστορήματα και θεατρικά. Από τις εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά  «Το Μπουντουάρ Του Ναδίρ» (2003), «Το Μυστικό Νερό» (2005), «Τι Είδε Η Γυναίκα Του Λωτ;» (2007, Βραβείο του περιοδικού δε(κατα) «Athens Prize For Literature») καθώς και το βιβλίο για παιδιά «Το Ταξίδι Των Τρολ» (2009).

20 Ιουλ 2012

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΤΡΕΧΕΙΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΑΚΗΣ
Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ
Σελ. 332, Μάιος 2012

     Το νέο βιβλίο του Γ. Γρηγοράκη που σας παρουσιάζω σήμερα, κινείται σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα. Εκτός του ότι είναι ένα ατμοσφαιρικό αστυνομικό μυθιστόρημα, διερευνά τη διαπλοκή οικονομικών συμφερόντων και πολιτικής εξουσίας και παράλληλα εξετάζει μια σκοτεινή και βρώμικη πτυχή της σύγχρονης Ιστορίας, από την οποία όσοι πρωταγωνίστησαν ωφελήθηκαν πολλαπλώς και προσπαθούν με κάθε τρόπο είτε να κρατήσουν το ρόλο τους κρυφό, είτε να υποβαθμίσουν τη συμμετοχή τους σ’ αυτή.
     Κάποιος έχει πει, πως ο επόμενος παγκόσμιος πόλεμος θα γίνει για το νερό. Την αφορμή για να ξετυλιχτεί το κουβάρι του μύθου του βιβλίου, δίνει η δολοφονία σε δρόμο των Καννών, η δολοφονία του Αλμπέρ Βιντάλ, ενός ιδιαίτερα ευφυούς, ειδικού συμβούλου της γαλλικής εταιρείας διαχείρισης υδάτων, Mediterranee. «Ο Βιντάλ έσμιξε τα φρύδια…απορημένος, νιώθοντας έναν αόριστο κόμπο, μια απειλή. Η ανάσα του κόπηκε, το σώμα του δυσκίνητο κι έπειτα ο φόβος γιγαντώθηκε όταν ο συνεπιβάτης της μοτοσικλέτας έβγαλε από το μπουφάν του ένα πιστόλι και τον σημάδεψε…Άκουσε τρεις πυροβολισμούς, τρεις ανεπαίσθητες φλόγες τινάχτηκαν από την κάννη και μετά έναν τέταρτο πυροβολισμό, έναν πέμπτο, χωρίς φλόγα αυτή τη φορά κι έπειτα σταμάτησε να μετράει. Είχε γεμίσει αίμα, υπήρχε παντού μόνο αίμα, το δικό του…».
     Την έρευνα για τη διαλεύκανση του φόνου, αναλαμβάνει ο επιθεωρητής Ζιλμπέρ Λεσπές. Στην πορεία της, συναντά τον δημοσιογράφο Αντουάν Κολέ, του οποία μια εκπομπή για τη διαχείριση των υδάτων, παλιότερα «κόπηκε» από την τηλεόραση και ο οποίος όντας γνώστης του πως λειτουργεί το παγκόσμιο σύστημα οικονομικών συμφερόντων, του είπε πολλά κι ενδιαφέροντα, που ενδιέφεραν τον Λεσπές, αλλά και όλους εμάς τους υπόλοιπους. Όπως: «Η ιεραρχία έχει ως εξής: οι εταιρίες είναι πάνω απ’ όλους και όλα, ακολουθεί το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και οι κυρίαρχες τράπεζες- Παγκόσμια Τράπεζα, Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, στη συνέχεια η Αφρικανική Τράπεζα Ανάπτυξης, η Αραβική Τράπεζα Οικονομικής Ανάπτυξης της Αφρικής, η γερμανική KFW, μετά οι κοινές τράπεζες διεθνώς και τέλος τα κράτη. Εν ολίγοις, ο τελευταίος τροχός της αμάξης είναι τα κράτη. Τα κράτη τα χρειάζονται διότι διαθέτουν τους μηχανισμούς καταστολής και βεβαίως τη συνταγματικά κατοχυρωμένη εξουσία να νομοθετούν κατά βούληση».
     Ο επιθεωρητής, αντιλαμβάνεται απ’ όσα του λέει ο Κολέ, ότι έχει να κάνει με μια υπόθεση που υπερβαίνει σε σημασία κάθε άλλη στην καριέρα του. Όμως δεν το βάζει κάτω και συνεχίζει…
     Το πολύ καλό αυτό μυθιστόρημα, δεν είναι απλά μια αστυνομική ιστορία, αλλά κάτι πολύ ευρύτερο. Αναφέρεται στο ενδεχόμενο πτώχευσης της Ελλάδας, (και ως εκ τούτου είναι προφητικό, αφού απ’ όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω γράφτηκε πριν ξεσπάσει σε τόσο έντονο βαθμό η κρίση), στη θεωρία του χάους, στην καταλήστευση του φυσικού πλούτου των μικρών χωρών, στην ανελέητη εκμετάλλευση από τις εταιρίες και τις λεγόμενες «αγορές», στο φαινόμενο του δοσιλογισμού αλλά και διατηρεί διαρκώς αμείωτο το σασπένς για το τι θα αποκαλύψει η αστυνομική έρευνα.
     Ο Γιάννης Γρηγοράκης, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1950. Σπούδασε νομικά και μέχρι πρόσφατα δικηγορούσε. Είναι συγγραφέας άλλων πέντε μυθιστορημάτων.

5 Ιουλ 2012

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΕΝΟΣ ΠΛΑΣΙΕ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
ΤΖΟΡΤΖΙΟ ΦΑΛΕΤΙ
Μετάφραση: ΑΝΝΑ ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΥ
Εκδόσεις ΩΚΕΑΝΙΔΑ
Σελ. 501, Απρίλιος 2012
                          
     Το βιβλίο που παρουσιάζω σήμερα, είναι το έκτο του Τ. Φαλέτι, αλλά όχι και το μοναδικό που έχει μεταφραστεί στα ελληνικά.
     Ήρωας του βιβλίου, είναι ένας νεαρός άντρας, που όλοι ξέρουν σαν Μπράβο και ζει στο Μιλάνο, το 1978. Δουλεύει με γυναίκες. Τις πουλάει ή μάλλον τις νοικιάζει. Ο Μπράβο πιστεύει ότι η δουλειά του είναι τίμια: τα κορίτσια κερδίζουν ένα σωρό λεφτά, οι πελάτες μένουν πάντα ικανοποιημένοι και όλο και κάτι περισσεύει για τον ίδιο (περίπου 30%). «Όλα άρχισαν όταν κατάλαβα ότι υπήρχαν γυναίκες διατεθειμένες να πουλήσουν το κορμί τους για να βγάλουν λεφτά κι όταν αντιλήφθηκα ότι υπήρχαν άντρες διατεθειμένοι να ξοδέψουν τα λεφτά τους προκειμένου ν’ αποκτήσουν εκείνο το κορμί. Χρειάζεται απληστία ή μνησικακία ή κυνισμός να βρεθείς στη μέση μιας τέτοιας συναλλαγής. Εγώ τα είχα και τα τρία». Είναι εχέμυθος, διακριτικός και τα κορίτσια του είναι ιδιαίτερα όμορφα. Δουλεύει μόνο με επιλεγμένους πελάτες και παίρνει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις για τον ίδιο και τα κορίτσια του. Αυτά του τα «προσόντα», του επιτρέπουν να έχει πελάτες από τα υψηλότερα κοινωνικά στρώματα του Μιλάνο.
     Επίσης, αυτό που κρύβει με κάθε τρόπο, είναι μια «ιδιάζουσα» αναπηρία, που εισέπραξε ως (βαριά και άδικη) τιμωρία, για ένα παλιό του παραστράτημα.
     Ένα ξημέρωμα, την ώρα που με κάποιους φίλους του, αποχωρούν από μια χαρτοπαιξία, θα συναντήσει μια όμορφη καθαρίστρια, την Κάρλα, την οποία θα εντάξει στη χορεία των κοριτσιών του, κι εκεί θ’ αρχίσουν όλα…Θα μπλεχτεί σε μια εφιαλτική περιπέτεια, σ’ έναν κόσμο τόσο τρομαχτικό που κάνει τις δικές του σκοτεινές δοσοληψίες, να μοιάζουν με αθώα παιχνιδάκια. Θα βρεθεί αντιμέτωπος με την αστυνομία, το οργανωμένο έγκλημα, τις μυστικές υπηρεσίες και τις Ερυθρές Ταξιαρχίες, που εκείνη την εποχή διενεργούσαν τις πιο παράτολμες κι επικίνδυνες επιχειρήσεις τους. Ο Μπράβο βρίσκεται μόνος απέναντι σε όλους και πρέπει να παλέψει για τη ζωή του.
      Το βιβλίο είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό, παρά το μάλλον «σκοτεινό» του θέμα και από τα καλύτερα που κυκλοφόρησαν φέτος. Ο συγγραφέας έχει εξαιρετικό χιούμορ και το βιβλίο είναι γεμάτο βαθιά φιλοσοφημένες, έξυπνες ή αστείες ατάκες όπως: «Με συνοδεύει το βουητό της οκτακύλινδρης Φεράρι, η οποία φεύγει αφήνοντας στην άσφαλτο δέκα χιλιάδες λιρέτες λάστιχο και στην ατμόσφαιρα το θόρυβο από σπαταλημένο χρήμα». Το συγκεκριμένο βιβλίο, με ώθησε να ψάξω, να βρω και σύντομα θα διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία του συγγραφέα που κυκλοφορούν στα ελληνικά, τα οποία είναι «Να Πιστεύεις Μόνο Στα Μάτια Σου» (2006, Modern Times), και «Η Επιστροφή» (2008, Μεταίχμιο), ενώ ένα διήγημά του περιλαμβάνεται στη συλλογή «Εγκλήματα» (2006,  Καστανιώτης).
     Ο Τζόρτζιο Φαλέτι γεννήθηκε στο Άστι το 1950. Σπούδασε Νομικά, αλλά ασχολήθηκε με την ηθοποιία, το τραγούδι και τη στιχουργική. Έχει γράψει στίχους για πολλούς γνωστούς Ιταλούς τραγουδιστές, όπως η Mina και η Milva. Έκανε το ντεμπούτο του στον κόσμο της λογοτεχνίας το 2002, δημοσιεύοντας το θρίλερ «Io Uccido», που πούλησε στην Ιταλία πάνω από 4,5 εκατ. αντίτυπα και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες. Ζει στο νησί Έλβα.

24 Ιουν 2012

ΣΟΦΕΡ
ΠΕΤΡΟΣ ΑΥΛΙΔΗΣ
Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ
Σελ. 251, Ιανουάριος 2012

     Όταν ο Π. Αυλίδης στα τέλη της δεκαετίας του ’70, άκουγε με τους φίλους του το δίσκο του Lou Reed «Berlin», ίσως να μη φανταζόταν ότι η πόλη αυτή θα τον σημάδευε τόσο έντονα.
     Είχε πάντα μέσα του την επιθυμία να την επισκεφτεί, αλλά χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να το καταφέρει. Το Μάρτιο του 1980, «φρέσκος γιατρός, είχα παρατήσει το οικείο περιβάλλον κι ερχόμουν στην πόλη για ειδικότητα. Ήταν πρόφαση, δεν το ήξερα. Έβλεπα τη συγκεκριμένη πόλη σαν πύλη εισόδου σε διαφορετικά περιβάλλοντα παντός είδους, και πάλευα να την ανοίξω».
     Μετά από προτροπή φίλων επισκέπτεται το μαγαζί της Φώφης, συζύγου του ζωγράφου Αλέξη Ακριθάκη, που ήταν κάτι μεταξύ μπαρ, εστιατόριου και καφενείου και μάλιστα στην πρόσοψη είχε την πινακίδα «Εστιατόριο» γραμμένη στα ελληνικά. Η επίσκεψη αυτή υπήρξε σημαντική, γιατί στο κοσμοπολίτικο αυτό μαγαζί, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει και να συγχρωτιστεί με μεγάλα ονόματα της πολιτικής, της μουσικής, του κινηματογράφου, του θεάτρου. Κι αυτό επειδή «Ο Ακριθάκης, ήταν σαράντα ένα τότε. Δεν ζωγράφιζε, έψαχνε ατελιέ, μάλωνε τηλεφωνικά με τον Ιόλα για διάφορα, έκανε διάλειμμα απ’ τα χόμπι του κι έπινε. Κι επειδή η πόλη ήταν από τότε φουλ στο αλκοόλ-κοντρόλε, έψαχνε για σοφέρ, κάποιο στεγνό. Νυχτερινό ωράριο. Είχε και αϋπνίες. Ταίριαζα στο κοντσέπτ. Με προσέλαβε».
     Έτσι, γυρνώντας από στέκι σε στέκι, κάνοντας τον «σοφέρ» του Ακριθάκη, γνώρισε πολλούς καλλιτέχνες και είδε κάποιους να ξεφεύγουν από τη μάζα και να γίνονται γνωστοί. Αλλά και αυτούς που ήταν ήδη γνωστοί, τους γνώρισε σε στιγμές πιο χαλαρές, κατά τις οποίες δεν χρειαζόταν να υπερασπίζονται τη δημόσια εικόνα τους, αφού βρισκόταν σε οικείο περιβάλλον με φίλους. Ή τέλος, έζησε μαζί τους, στιγμές μοναδικές, όπως αυτή, στην οποία η Nico- εμβληματική μορφή της ροκ, γνωστή από τη συμμετοχή της στους Velvet Underground- τραγούδησε ένα βράδυ σχεδόν ψιθυριστά, για να μην ακούν οι γύρω, στον Ακριθάκη και τον Αυλίδη, σε άπταιστα ελληνικά το γνωστό ρεμπέτικο «Γεννήθηκα Για Να Πονώ».
     Στο μεταξύ καταφέρνει, παρά τα ξενύχτια, να τελειώσει με την ειδικότητα (ψυχίατρος) και να εργαστεί για το γερμανικό δημόσιο, στα νοσηλευτικά ιδρύματα του οποίου, έζησε ουκ ολίγες και άλλου είδους αξιομνημόνευτες περιπέτειες.
     Το βιβλίο τελειώνει τη βραδιά που πέφτει το Τείχος. Όμως η αφήγηση της ζωής του συγγραφέα αλλά και της πόλης του Βερολίνου, όπως αυτός τη βίωσε , δεν τελειώνει. Θα ακολουθήσουν δύο ακόμη βιβλία, τα οποία θα περιμένω με αγωνία κι ελπίζω να μην αργήσουν για να απολαύσω την εξαιρετική γραφή, (με τις ένθετες μικρές προτάσεις) και την αφηγηματική ικανότητα του συγγραφέα.
     Ο Πέτρος Αυλίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1955. Πήρε το πτυχίο Ιατρικής το 1979. Έζησε στο Βερολίνο από το 1980 ως το 1998 και εργάστηκε ως ψυχίατρος. Έργα του: «Λοβανφερινσορτκατς-Ψιλοκομμένο Πάθος» (1999,  Γαβριηλίδης) και «Κάψα-Χιτ/Φουλ Μιξ (2008, Γαβριηλίδης). Διηγήματα και κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Δρομολόγια, Κωπηλάτες και Άθενς Βόις.